Τι είναι, άραγε, ένα παραδοσιακό πανηγύρι; Είναι μόνο η μουσική, τα όργανα, οι χοροί, τα τραγούδια, το φαγητό και τα τραπέζια; Είναι μια φωτογραφία από το παρελθόν που προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε όσο πιο πιστά γίνεται; Ή είναι κάτι ζωντανό, που αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους που το δημιουργούν;
Γιατί η παράδοση έχει μια παράξενη ιδιότητα, όταν προσπαθείς να την κρατήσεις ακίνητη, παύει να είναι παράδοση και γίνεται σκηνικό.
Ένα πανηγύρι δεν είναι μουσείο. Είναι άνθρωποι. Είναι εκείνος που κλείνει την ορχήστρα, εκείνος που τρέχει για τις άδειες, εκείνος που στήνει τα τραπέζια, που μαγειρεύει, που ξενυχτάει, που θα βρεθεί την επόμενη μέρα να μαζεύει τα τελευταία ποτήρια. Είναι ο ηλικιωμένος που θυμάται ένα τραγούδι και ο νέος που το ακούει για πρώτη φορά. Είναι αυτός που χορεύει όπως χόρευαν οι παππούδες του και αυτός που χορεύει διαφορετικά. Είναι, τελικά, μια κοινότητα που συναντιέται.
Και ναι, μπορεί να μην μας αρέσει κάποιες φορές η μουσική. Μπορεί να θεωρούμε ότι ένα πανηγύρι έχει ξεφύγει από το παραδοσιακό. Μπορεί να πιστεύουμε ότι η εμπορική διάσταση έχει μεγαλώσει υπερβολικά ή ότι κάποια πράγματα θα μπορούσαν να γίνονται καλύτερα. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά. Η παράδοση δεν χρειάζεται ασυλία από την κριτική.
Χρειάζεται όμως δικαιοσύνη.
Γιατί υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση στη λέξη παραδοσιακό. Συχνά τη χρησιμοποιούμε σαν σφραγίδα αυθεντικότητας, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ένα και μοναδικό παραδοσιακό. Η παράδοση που γνωρίζουμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα αμέτρητων αλλαγών που κάποτε κι αυτές θεωρούνταν ξένες, καινούργιες ή ανεπιθύμητες. Κάθε γενιά παρέλαβε κάτι και το μετακίνησε λίγο. Πρόσθεσε, αφαίρεσε, άλλαξε, κράτησε. Έτσι έφτασε μέχρι εμάς.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένα πανηγύρι είναι αρκετά παραδοσιακό για τα δικά μας μέτρα. Το ερώτημα είναι αν παραμένει αυθεντική έκφραση μιας κοινότητας που ζει, συναντιέται και θέλει να συνεχίσει να υπάρχει.
Η συζήτηση για τα πανηγύρια συναντά τη μεγαλύτερη συζήτηση για τα νησιά.
Διότι τα νησιά δεν είναι μόνο τοπίο με ακρογιαλιές και λευκά σπίτια. Θα συζητήσουμε και για το λευκό των σπιτιών, κάποια άλλη στιγμή. Είναι οι άνθρωποί του. Είναι ο επαγγελματίας που προσπαθεί να βγάλει τον χειμώνα, ο εργαζόμενος που πρέπει να ζήσει έναν χρόνο από λίγες εβδομάδες δουλειάς, η οικογένεια που μεγαλώνει τα παιδιά της εκεί, ο νέος που θα ήθελε να επιστρέψει αλλά χρειάζεται μια δουλειά για να το κάνει.
Είναι όμως και εκείνος που επιστρέφει κάθε καλοκαίρι και θέλει να ξαναβρεί κάτι από αυτό που θυμάται.
Και οι δύο έχουν δικαίωμα.
Αυτό είναι το δύσκολο, να δεχτούμε ότι ένας τόπος μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα στη μνήμη και στο μέλλον.
Η ανάπτυξη δεν είναι εχθρός της παράδοσης. Όπως και η παράδοση δεν είναι εχθρός της ανάπτυξης. Εχθρός είναι η υπερβολή. Η ανάπτυξη χωρίς όρια μπορεί να καταστρέψει αυτό που έκανε έναν τόπο ελκυστικό. Συμβαίνει, είναι ορατό, σε κάποια νησιά. Αλλά και η προστασία χωρίς μέτρο μπορεί να υπερασπιστεί τόσο καλά το τοπίο, ώστε στο τέλος να χαθούν οι άνθρωποι που το κατοικούν.
** Είναι απόσπασμα από κείμενο που έχει αναρτήσει ο Γιάννης Βαθυάς στη σελίδα του, στο fb. Ολόκληρο θα το βρείτε εδώ. «Μνήμη και μέλλον, η δύσκολη εξίσωση που γίνεται δυσκολότερη αν προσθέσεις και την αισθητική».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου