Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Γιατί δεν μας διαβάζουν στο εξωτερικό;

Το ερώτημα του τίτλου αναφύεται συχνά πυκνά στο δημόσιο διάλογο περί τη λογοτεχνία στη χώρα μας (στο βαθμό που αυτός συνεχίζει να υφίσταται).
Εδώ και αρκετά χρόνια και με διάφορες αφορμές προβληματισμού επί του θέματος (ιδίως από το 2001 και δώθε, όταν η μεγαλύτερη ευκαιρία προβολής της εθνικής μας λογοτεχνίας, η διεθνής έκθεση Φραγκφούρτης στην οποία ήμασταν τιμώμενη χώρα, πήγε επί της ουσίας χαμένη) τόσο οι συγγραφείς όσο και
οι περί αυτούς μελετητές δείχνουν κατά καιρούς να αναρωτιούνται. Ασφαλώς βιβλία μεταφράζονται και εκδίδονται σε ξένες γλώσσες, ωστόσο η ζωή τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων του εξωτερικού παραμένει σύντομη – με την εξαίρεση των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, ενδεχομένως. Σχεδόν κανένας τίτλος δεν καταφέρνει να αποκτήσει, όχι το καθεστώς κλασικού, αλλά έστω μια μικρή αναγνωρισιμότητα μεταξύ του διεθνούς κοινού. Οι απαντήσεις που δίνονται στο πρόβλημα κινούνται συνήθως σε δύο κατευθύνσεις: αφενός εκείνη που το θέλει να συνιστά προβληματισμό ουσίας για την ποιότητα της λογοτεχνίας μας (και που είναι μάλλον η μειοψηφική) και αφετέρου αυτή που αποδίδει το ζήτημα σε περισσότερο τεχνικές ή συγκυριακές αιτίες, λόγω π.χ. της μικρής εμβέλειας της γλώσσας μας, ή της απουσίας σχετικών προγραμμάτων επιδοτούμενων μεταφράσεων για την προώθηση των βιβλίων στο εξωτερικό (που είναι θα λέγαμε η κρατούσα, στο πλαίσιο της δημοφιλούς στην Ελλάδα -και εν πολλοίς δικαιολογημένης- «γκρίνιας» για την γενικευμένη απουσία κρατικών πολιτικών). Στο σύντομο κείμενο που θα ακολουθήσει, θα προσπαθήσω να ψηλαφίσω αιτίες και λόγους που αφορούν την πρώτη κατηγορία σκέψης, αφήνοντας κατά μέρος τη δεύτερη. (Άλλωστε η ανάγκη προβολής οφείλει πάντα να έπεται ουσιαστικότερων σταθμίσεων, όπως τι είναι αυτό που θα προβληθεί και κατά πόσο αξίζει κάτι τέτοιο.)

** Διαβάστε εδώ τη συνέχεια του Νίκου Α. Μάντη στο oanagnostis.gr