Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Γιατί δεν νιώθω φρίκη;

Επιστροφή στο Θέατρο! Το εξαιρετικό «Γεύμα» της Λείας Βιτάλη με την υπέροχη και δυναμική σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπίτου 

«Το Γεύμα» της Λείας Βιτάλη έρχεται από παλιά, από τα τέλη του περασμένου αιώνα, αλλά κουμπώνει απόλυτα με το πρώτο τέταρτο της νέας εκατονταετίας –γίνεται πιο επίκαιρο, πιο σημερινό, και ας

συνέβαιναν αυτά που πραγματεύεται και το 1998, τη χρονολογία που γράφτηκε. Γιατί τώρα υπάρχουν οι επάλληλες γυναικοκτονίες, οι καταιγίδες των αποκαλύψεων βιασμών, το κρεσέντο της βίας. Η Λεία Βιτάλη κτίζει για 70 λεπτά –συνεπικουρούμενη από μια εξαιρετική σκηνοθεσία– πέτρα πέτρα τη σκληρή ιστορία βίας, βιασμού και φόνου που αρχίζει με μια γεμάτη ευθυμία συνεστίαση τριών ζευγαριών, με επιτυχημένους στη δουλειά τους νέων. Ένα αθώο γεύμα –ένα δείπνο πιο σωστά– σε ένα ρεαλιστικό σκηνικό με αφθονία αγαθών, και εδέσματα της «ανωτέρας τάξης», με κρασιά παλαιωμένα, με ηδύποτα υψηλής γευστικής απόλαυσης, με λαχταριστά γλυκά. 

Η παράσταση τυπικά αρχίζει ενόσω οι θεατές τακτοποιούνται στις θέσεις τους, με ανοικτά τα φώτα της πλατείας ακόμα –αλλά δεν χάνουν τίποτα από αυτό το κομμάτι. Το δείπνο έχει αρχίσει, οι συνδαιτυμόνες συζητούν, γελούν, αλληλοπειράζονται, τρώνε και πίνουν, απολαμβάνοντας τη λουκούλλεια αφθονία που είναι στρωμένη στο τραπέζι και στην κάβα τους. Η οποία αφθονία ανανεώνεται σε κάθε παράσταση, αφού στη συνέχεια όχι μόνο καταναλώνεται, αλλά κάποιες φορές γίνεται όπλο εξευτελισμού καθώς εκσφενδονίζεται σε γυμνασμένα σώματα και ακριβά ρούχα.

Οι έξι νέοι είναι παιδιά αν όχι της διπλανής, της παραδιπλανής πόρτας. Μοντέρνοι που στη συνέχεια αποδεικνύονται τα δικά μας, ελληνικά, όχι κινηματογραφικά αυτή τη φορά, «μοντέρνα τέρατα». Η συζήτηση μετά τα επαγγελματικά θέματα, τα προσωπικά ανάμεσα στα ζευγάρια, τα γαστριμαργικά και άλλα, φτάνει στην τηλεοπτική είδηση που συζητιέται: στο βιασμό μιας γυναίκας, το βράδυ στον δρόμο, στη στάση λεωφορείων από κάποιον που του «άρεσε». Ο άγριος βιασμός καταλήγει σε φόνο, όπως ακριβώς γίνεται στο διαμέρισμα της συνεστίασης, οπότε πέφτει μια τρελή ιδέα: να αναπαραστήσουν εκείνον τον βιασμό. Η τολμηρή ιδέα ξεκινάει, υποτίθεται, σαν παιχνίδι και καταλήγει σε ζωώδεις σεξουαλικές πράξεις ενός από τους άντρες σε βάρος μιας από τις τρεις γυναίκες. Βιασμός πραγματικός, θάνατος πραγματικός, σε κοινή θέα (και κοινή συνενοχή) των πέντε υπόλοιπων νέων, ανάμεσα στους οποίος και ο άβουλος σύντροφος της βιαζόμενης! 

Η συγγραφέας αργά αργά ανοίγει το λαμπερό κουτί τού δείπνου πολυτελείας και από μέσα πετάγεται το ελατήριο της κρατημένης βίας που μας σαρώνει! Λόγος σκληρός, καταστάσεις ακραίες, αθυρόστομες εκρήξεις, αλληλοπροσβολές, αποκτήνωση! Το κείμενο της Λείας Βιτάλη έρχεται σε μια ευτυχή σύμπλευση με τη σκηνοθετική τελειότητα του Δημήτρη Μπίτου που φτιάχνει μια καταπληκτική παράσταση, πολύ δουλεμένη, πολύ δεμένη και στις παραμικρές λεπτομέρειες –τόσο στις στιγμές ηρεμίας όσο και στις κορυφώσεις των εντάσεων. Ο ίδιος επιμελείται μουσικά τη δουλειά του με επιλογές που δένουν και αυτές άψογα στην παράσταση.  

Οι έξι ηθοποιοί, παιδιά τής νέας γενιάς του Θεάτρου –που δεν κατεβαίνουν από την τηλεοπτική βιτρίνα της πιασάρικης δημοφιλίας για να μας γοητευόσουν πριν καν μπούμε στο θέατρο– δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες και αξίζει να τα θυμόμαστε με τα ονόματά τους: Θεοδώρα-Έλλη  Αθανασοπούλου, Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας, Δημήτρης Καστανιάς, Θανάσης Κριτσάκης, Ελένη Μιχαηλίδου, Άλκηστις Πολυχρόνη. Όλοι αναπαριστούν μια αρρωστημένη κατάσταση που πλέον είναι τόσο συχνή και τόσο δεδομένη που δεν προκαλεί φρίκη. Είναι αυτό ακριβώς που αναρωτιέται, όχι μόνο μία φορά, η οικοδέσποινα της βραδιάς μετά τον βιασμό και τον φόνο: «Γιατί δεν νιώθω φρίκη

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Η πανδημία φαίνεται να υποχωρεί, το Θέατρο ανασαίνει σε μια εποχή του χρόνου που άλλες φορές αποσυρόταν για διακοπές και εμείς επανερχόμαστε με το αίσθημα της στέρησης σε αγαπημένους χώρους από τους οποίους αναγκαστικά είχαμε απομακρυνθεί. Η μεγάλη προσέλευση για «Το γεύμα» στο Θέατρο οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής» (παίζεται Δευτερότριτα) δείχνει ότι η αυλαία της θεατρικές τέχνης έχει ανοίξει για τα καλά. Ελπίζουμε και για τα καλύτερα…  

Διονύσης Βραϊμάκης