Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

«Έλα να με βοηθήσεις, μου είπε η μάνα μου να κάψουμε τις “Αυγές”...»

Με την «Αυγή» συνδέθηκα συναισθηματικά το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου του 1967. Τότε, αφού από τις εξήμισι που ξυπνούσαμε για να πάμε σχολείο, είχαμε πληροφορηθεί από το ραδιόφωνο ότι «απαγορεύεται η κυκλοφορία» και ο πατέρας μας είχε αναφερει την λέξη «Κίνημα», βγήκα-κατα τις επτά -στον δρόμο, καθώς με φώναζε ο «κολλητός» μου φίλος Άγγελος Μαστοράκης (ο μετέπειτα ιδρυτής του «9» της Ελευθεροτυπίας ). Κατέβηκα τρέχοντας (ο Άγγελος έμενε απέναντί μας, σε απόσταση είκοσι μέτρων) και τον άκουσα να μου λέει. «Έλα να με βοηθήσεις, μου είπε η μάνα μου να κάψουμε τις “Αυγές”...» Ο Άγγελος είχε έναν θείο (αδελφό της μητέρας του, Λευκαδίτη) αριστερό. Έναν άνθρωπο πάντα συνοφρυωμένο και αυστηρό, που μας κυνηγούσε επειδή είχαμε φτιάξει «ροκ» συγκρότημα και παίζαμε μουσική «που διέφθειρε τη νεολαία». Δεν φανταζόμουν, όμως, ότι στο δωματιάκι τη αυλής του σπιτιού της οδού Επταλόφου, υπήρχε ένα τόσο πλούσιο αρχείο εφημερίδων!
Εκεί, λοιπόν, στο μικρό δωμάτιο, σε ράφια, ολόγυρα, ήταν τακτοποιημένες ένα σωρό εφημερίδες, δηλαδή φύλλα της «Αυγής», τα οποία (άγνωστο γιατί) συγκέντρωνε οι θείος του. Ο Άγγελος είχε ήδη τοποθετήσει στο κέντρο της αυλής ένα σιδερένιο βαρέλι (δεν κατάλαβα πώς βρέθηκε εκεί) και αρχίσαμε να καίμε τις εφημερίδες!
«Γιατί σου είπε η μάνα σου να τις κάψεις;»  τον ρωτησα. «Ξέρω κι εγώ; Ο θείος μου θα της το είπε» μου απάντησε. «Και πού ειναι ο θείος σου;» τον ρώτησα. «Έφυγε πριν καμιά ώρα, μάλλον πάει να κρυφτεί γιατί θα τον πιάσουνε» μου απαντά.

** Απόσπασμα από το χρονογράφημα του Δημήτρη Καπράνου στην Εστία. Τίτλος του «Η “Αυγή” και κάποιες παιδικές αναμνήσεις».