Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Η Μποτσουάνα τού κορωνοϊού, των ορυχείων και της εντιμότητας...

ανάλυση του 
Αργύρη Παγαρτάνη 

Μποτσουάνα. Το λες και γεμίζει το στόμα σου. Κλασικό αφρικάνικο όνομα. Κλείνεις τα μάτια και μεταφέρεσαι σε άγριες ζούγκλες με αγρίους που χορεύουν γύρω από τσουκάλια με κόκκαλα στις μύτες. Για κακό την μαθαίνουμε την Μποτσουάνα. Το νέο στέλεχος του κορωνοϊού που βρέθηκε εκεί μας απειλεί εκ νέου. Πριν μας κάτσει

κι αυτό, όσοι ενδιαφέρονταν για διεθνείς ειδήσεις και στατιστικές την είχαν σταμπάρει ως μία από τις χώρες όπου πραγματικά «βράζει» το AIDS. Υπολογίζεται ότι πάνω από το 20% του πληθυσμού της νοσεί από τον συγκεκριμένο ιό.

Ευκαιρία είναι, όμως, να μάθουμε και τα καλά της. Γιατί έχει πολλά καλά. Όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πρακτικά. Αυτή τη στιγμή οι Μποτσουανοί έχουν το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα σ’ όλη την υποσαχάρια Αφρική! Κι όλα αυτά, μέσα σε μισό αιώνα. Το 1960 το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν μόλις 70 δολάρια ΤΟ ΧΡΟΝΟ!

Ας τα πάρουμε από την αρχή.

Μποτσουάνα σημαίνει χώρα των Τσβάνα. Μη νομίζετε, όμως, ότι εκεί έμεναν οι Τσβάνα από πάντα ή, τέλος πάντων, εκεί είναι το λίκνο τους. Ο τόπος που εγκαταστάθηκαν οι Τσβάνα (της μεγάλης οικογένειας των φυλών Μπαντού) τον 6ο αιώνα μ.Χ. ήταν αρκετά πιο νότια, μέσα στο (πολύ πιο εύφορο) έδαφος της σημερινής Νότιας Αφρικής. Ακόμα και σήμερα, στη Μποτσουάνα ζουν περίπου 2 εκατομμύρια Τσβάνα και στη Νότια Αφρική 5 εκατομμύρια!

Η πίεση από τους Μπόερς

Οι Τσβάνα άρχισαν να «πιέζονται» προς το βορρά από τους Μπόερς, απογόνους κυρίως των Ολλανδών αποίκων του Ακρωτηρίου, οι οποίοι τράβηξαν με τα κάρα τους προς το βορρά για να ξεφύγουν από την βρετανική μπότα και να βρουν βοσκοτόπια για τα γελάδια τους. Αρκετές πατριές των Τσβάνα αποφάσισαν να πάνε προς το βορρά, για να ξεφύγουν από τους Αφρικάνερς. Έτσι μπήκαν σ’ αυτή τη γη και κατέλαβαν τις πιο εύφορες περιοχές.

Σημείωση: Η Μπουσουάνα έχει έκταση τέσσερις φορές πάνω από αυτήν της Ελλάδας, αλλά το «αξιοποιήσιμο» έδαφος είναι λιγότερο από το δικό μας. Πάνω από το 70% της έκτασής της καλύπτει η έρημος Καλαχάρι, ένας από τους πιο άνυδρους τόπους της υφηλίου. Γι’ αυτό και ο πληθυσμός της ήταν εξαρχής πολύ μικρός. Σήμερα δεν ξεπερνάει τα 2,3 εκατομμύρια. Εκ των οποίων το 80% είναι Τσβάνα, 3% λευκοί και 3% Βουσμάνοι Σαν.

Οι λευκοί, που είχαν ανακαλύψει χρυσωρυχεία και αδαμαντωρυχεία στη Νότια Αφρική, έπεσαν με τα μούτρα εκεί κι άφησαν τους Τσβάνα στην ησυχία τους για λίγο. Μόνο όταν άρχισε το μοίρασμα της Αφρικής στα ευρωπαϊκά σαλόνια από τις αποικιακές δυνάμεις ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτούς. Την περιοχή διεκδίκησαν οι Βρετανοί, φυσικά, αλλά και οι Γερμανοί, που’ χαν βάλει χέρι στη σημερινή Ναμίμπια.

Ο αρχι-φύλαρχος που έγινε «βασιλιάς»

Οι Βρετανοί «πρόλαβαν» να κατοχυρώσουν την περιοχή το 1885 ως το «προτεκτοράτο» τής Μπετσουαναλάνδης, συνάπτοντας συμφωνίες στο πόδι με τον ντόπιο αρχι-φύλαρχο Κάμα, τον οποίο έχρισαν «βασιλιά».

Το κυριότερο κίνητρό τους ήταν να διασφαλίσουν ότι δεν θα τους δυσκόλευαν οι Γερμανοί το δρόμο προς τα εδάφη του βορρά, που’ χε ήδη βάλει στο χέρι ο Σέσιλ Ρόουντς και αργότερα τα γνωρίσαμε κι εμείς ως Ροδεσία (σημερινές Ζάμπια και Ζιμπάμπουε).

Ο «βασιλιάς» Κάμα ασπάστηκε το χριστιανισμό (πρόλαβαν οι Βαπτιστές ιεραπόστολοι να τον κάνουν δικό τους) κι αυτό προφανώς τον έκανε πολύ περισσότερο αποδεκτό στους Βρετανούς. Παρά τις πιέσεις της Νότιας Αφρικής στη Βρετανία να της «παραχωρήσει» το προτεκτοράτο, οι Βρετανοί βασιλιάδες και βασίλισσες το καθυστερούσαν και τελικά δεν το έκαναν ποτέ.

Το ίδιο συνέβη και με τα άλλα δύο βρετανικά προτεκτοράτα στο έδαφος της Νότιας Αφρικής, το Λεσότο και τη Σουαζιλάνδη (που μετονομάστηκε πρόσφατα σε Εσουατίνι). Γι’ αυτό υπάρχουν ακόμα αυτά τα κρατίδια-θύλακες στο σώμα της Νότιας Αφρικής.

Τη δεκαετία του 1960 ο άνεμος ανεξαρτησίας που φύσηξε σ’ όλη την Αφρική επηρέασε και τη Μπετσουαναλάνδη. Ο εγγονός του πρώτου βασιλιά, ο Σερέτσε Κάμα, ήταν αποδεκτός από το σύνολο του λαού και θα μπορούσε να επικαλεστεί «δικαιώματα» για να στεφθεί μονάρχης, αλλά προς τιμή του προτίμησε το δρόμο της δημοκρατίας. Τον ψήφισαν, εννοείται, όλοι μονοκούκι κι έγινε ο πρώτος πρόεδρος της ανεξάρτητης Μποτσουάνα το 1966.

Χωρίς πραξικοπήματα!

Σε μια ήπειρο που αφθονούν τα πραξικοπήματα και οι στρατιωτικές επεμβάσεις, η Μποτσουάνα δεν μετράει ούτε ένα! Εκλογές γίνονται τακτικά, οι μεταβάσεις από τον έναν στον άλλο είναι άψογες και οι εντάσεις σχεδόν μηδαμινές.

Γιατί; Την απάντηση τη γράψαμε παραπάνω. Η Μποτσουάνα είναι από τις λίγες, ελάχιστες χώρες της Αφρικής όπου κυριαρχεί μία εθνότητα, οι Τσβάνα. Τα σύνορά της είναι μεν τεχνητά, αλλά δεν συμπεριέλαβαν άλλους λαούς σε τέτοια αναλογία πληθυσμού, που να δημιουργήσουν θέμα.

Ενώ π.χ. δίπλα, στη Ζιμπάμπουε, οι Σόνα και οι Ντεμπέλε είναι «αναγκασμένοι» να ζουν σ’ ένα κράτος. Δύο λαοί που έχουν προαιώνια έχθρα, με αιματηρές συγκρούσεις και μάχες μεταξύ τους πριν ακόμα πατήσουν πόδι οι λευκοί. Τέλος πάντων…

Χρυσές εξορύξεις! 

Όταν έγινε ανεξάρτητη, η Μποτσουάνα δεν μπορούσε καν να θρέψει τον πληθυσμό της. Όλες οι εισαγωγές της ήταν από τη Νότια Αφρική. Η κυβέρνηση άρχισε αμέσως έρευνες στο υπέδαφος και… χτύπησε διάνα. Στις παρυφές της Καλαχάρι ανακαλύφθηκε το μεγαλύτερο αδαμαντωρυχείο του κόσμου!

Ο πρόεδρος Κάμα, αντί να κοιτάξει την τσέπη του και να παραχωρήσει τίτλους στους Νοτιοαφρικανούς που μυρίστηκαν κέρδος και όρμησαν, έκανε μια κίνηση-ματ: Έφτιαξε μια κρατική εταιρία εξορύξεων, την Debswana, και έβαλε στο Σύνταγμα της χώρας ότι τουλάχιστον το 50% της εταιρείας θα ανήκει στο κράτος ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ. Μετά έδωσε το άλλο 50% στους ενδιαφερόμενους. Εξασφάλισε, έτσι, μια τεράστια πηγή εισοδήματος για τους πολίτες του.

Σήμερα τα κέρδη από τις εξορύξεις προσφέρουν περίπου 1,6 δις δολάρια στο ΑΕΠ της χώρας. Οι εξορύξεις έχουν εξελιχθεί κι έχουν βρεθεί χρυσός, ουράνιο, μέχρι και πετρέλαιο. Το κράτος διαχειρίζεται τα χρήματα πολύ συνετά και η αίσθηση της εντιμότητας και της κοινωνικής πρόνοιας είναι ασυνήθιστη για αφρικάνικο κράτος.

Δεν λείπουν, βέβαια, κάποιες φωνές. Οι Βουσμάνοι Σαν κατηγορούν τους Τσβάνα ότι τους έδιωξαν από την παραδοσιακή τους γη στην Καλαχάρι όταν ανακάλυψαν τα αδαμαντωρυχεία και τους μετεγκατέστησαν παρά τη θέλησή τους. Για την Αφρική, όμως, αυτά είναι πραγματικά πταίσματα σε σχέση με τα φρικιαστικά εγκλήματα που γίνονται αλλού.

Και το τελευταίο: Το νόμισμα της Μποτσουάνα είναι το «πούλα». Πραγματικά είναι η πιο πολύτιμη λέξη τους. «Πούλα» στα τσβάνα σημαίνει «βροχή» και «γλυκό νερό».

** Η ανάλυση δημοσιεύεται στη σελίδα τού Α. Παγαρτάνη, στο fb

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
Τι ξέρετε για τη Λυκορωσία;