Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2021

Ιστορίες φιστικιού από τον (Αιγινήτη) Μανώλη Κοττάκη

Για μια μέρα ο Μανώλης Κοττάκης άφησε την πολιτική στο κύριο πρωτοσέλιδο άρθρο του, στην Εστία, και ασχολήθηκε με παιδικές μνήμες –αλλά και ανησυχίες–που είναι συνδεδεμένες με το βασικό προϊόν τού νησιού του, την αγαπημένη του (και αγαπημένη μας!) Αίγινα: το φιστίκι. Το προϊόν δηλαδή, που είναι τόσο νόστιμο «επειδή παγκοσμίως μόνο στο νησί μας το κλίμα είναι τόσο ξηρό», κάτι που συμβαίνει, όπως μας εξηγεί ο αρθρογράφος, «και σέ μία ακόμη περιοχή στην Αμερική στο ίδιο γεωγραφικό μήκος και πλάτος». Το κείμενο περιλαμβάνει, πέρα από τις παιδικές αναμνήσεις (ό,τι πιο τρυφερό στις διηγήσεις όλων μας), στοιχεία από το μάζεμα του φιστικιού (τόσο κοντά στο αντίστοιχο της ελιάς), αναφορές σε περιοχές του νησιού, τόπους παραγωγής ή επεξεργασίας κ.λπ. Γενικά, είναι ένα από τα θέματα που μας αρέσουν και γι΄ αυτό το αναδημοσιεύουμε αυτούσιο. Οι επισημάνσεις με μαύρα έντονα γράμματα έγιναν από εμάς. 

Η κεντρική φωτογραφία του θέματος, εδώ στο μπλογκ του Harddog, είναι από προηγούμενο, πρόσφατο, καλοκαίρι στο νησί. Έχει τραβηχθεί από το εσωτερικό ενός παλιού αγροτικού αιγινήτικου σπιτιού -μιας αγροικίες- το παράθυρο του οποίου «βλέπει» στο κτήμα με τις φιστικιές που το περιβάλλουν σε έκταση πολλών στρεμμάτων.

Οι δύο από τις τρεις φωτογραφίες, στο τέλος του κειμένου, είναι από μεγαλύτερες καλλιέργειες στο νησί (η μία από την κλειστή καγκελόπορτα), και η τρίτη αυτής της σειράς, από το εξωτερικό ενός παλιού ακατοίκητου σπιτιού που του στέκουν, τιμητικά λες, δυο φιστικιές στην ταλαιπωρημένη πρόσοψή του. Η φιστικιά είναι το δέντρο-σφραγίδα τής Αίγινας, κάτι σαν εραλδικό σύμβολο ενός ολόκληρου νησιού. Ένα φυσικό τοπόσημο που, όπως αναφέρει το άρθρο, κινδυνεύει από την κλιματική αλλαγή. Και σαν απόδειξη επικαλείται την ελάχιστη φέτος οικογενειακή παράγωγή. (Ακολουθεί το κείμενο του Μ. Κοττάκη) :
------------
«ΑΥΤΗ εἶναι ἡ σοδειά μας γιά φέτος!» μητέρα μου μέ περίμενε μέ «ἄγριες διαθέσεις».

Μοῦ ἔδειξε γεμάτη ὀργή καί στενοχώρια τήν πενιχρή παραγωγή μας ἀπό τά δέκα δένδρα φιστικιᾶς πού εἶχε φυτέψει μαζί μέ τόν πατέρα μας στό κτῆμα μας στό Λεόντι. Κάθε χρόνο, τέτοια ἐποχή, συλλέγαμε –ὁ ἀδερφός μου γιά τήν ἀκρίβεια– τούς καρπούς ἀπό τήν νέα σοδειά, τούς στέλναμε γιά καθαρισμό ἀπό τό ἐξωτερικό ρόζ περίβλημα, τούς ἁπλώναμε πάνω στήν ταράτσα τοῦ σπιτιοῦ γιά νά τούς «λούζει» ὁ ἥλιος καί νά γίνουν «ξηροί», καί στό τέλος τούς τοποθετούσαμε σέ μικρά τσουβάλια. Ἀνάλογα μέ τό μέγεθος τῆς παραγωγῆς

Στά παλιά τά χρόνια πού ζοῦσε ὁ πατέρας μου τό «μάζεμα» ἦταν γιορτή. Στό κτῆμα μας ἔχει ἐλιές, φιστικιές, λεμονιές, συκιές, χαρουπιές, κάποτε βερυκοκιές, ἀμπέλια, φοίνικες, πλοῦτος κανονικός. Ἅπλωνε ὁ Στελλάκος τήν «λινάτσα» κάτω ἀπό τό δέντρο, ἀνέβαινε πάνω σέ αὐτό ὡς αἴλουρος μέ ἐπιδέξιες κινήσεις, κτυποῦσε τά κλαδιά γιά νά πέσουν τά φιστίκια στήν «ἀγκαλιά» της καί ὅσα ἔμεναν ἀπ’ ἔξω, τήν λεγόμενη χαμάδα, ἀνελάμβανε νά τά συλλέξει ἡ πιτσικαρία. Ἐμεῖς δηλαδή. Ἐμεῖς, πού συνήθως παρασυρόμασταν καί ἀντί νά μαζεύουμε τά φιστίκια στά κοφίνια, τά ξεφλουδίζαμε καί τά τρώγαμε.

Ἡ γεύση τοῦ φρέσκου φιστικιοῦ εἶναι ἀσύλληπτα νόστιμη. Μοιάζει μέ τήν γεύση τοῦ ἀβοκάντο καί εἶναι δέκα φορές καλύτερη. Μᾶς ἄρεσε τόσο ἡ διαδικασία αὐτή, ὅπως καί τό μάζεμα τῆς ἐλιᾶς καί τῶν σταφυλιῶν, ὥστε πηγαίναμε μαζί μέ τούς γείτονές μας, τούς Μούρτζηδες καί τούς Ἀξιώτηδες, νά μαζέψουμε καί τά δικά τους. Τόν Αὔγουστο μετά τόν τρύγο βλέπαμε τόν παπποῦ μας τόν Μῆτσο νά πατάει σταφύλια γιά τόν μοῦστο στό πατητήρι τοῦ «Ζάβαλη», τόν ἴδιο μῆνα ἁπλώναμε τό φιστίκι καί προσευχόμασταν νά μήν βρέξει τή νύκτα (γιατί ἡ βροχή εἶναι ἐχθρός) καί καταστρέψει τήν παραγωγή. Τόν Ὀκτώβριο τέλος ἀκολουθούσαμε τόν πατέρα μας στό λιοτρίβι τοῦ «Ντέντε». Ἡ γεύση τοῦ ψητοῦ χωριάτικου ψωμιοῦ στά κάρβουνα μέ φρέσκο λάδι ἀπό τήν ἐλιά μας ἦταν ἀξέχαστη!

Πέρασαν ἀστραπή ὅλες αὐτές οἱ εἰκόνες ἀπό τά μάτια μου, μιά ἐποχή ὁλόκληρη, ὅταν ἡ μητέρα μου ἔδειξε πρός τό τραπέζι τῆς κουζίνας. Πάνω σέ αὐτό ἦταν τοποθετημένο ἕνα τόσο δά μικρό σακκουλάκι μέ διακόσια γραμμάρια ταλαιπωρημένα φιστίκια ἐντός του. Αὐτή ἦταν ἡ… παραγωγή μας. Κλειστά φιστίκια, ὄχι ἀνοικτά –ἔχεις τήν αἴσθηση πώς σοῦ χαμογελοῦν, ὅταν εἶναι ἀνοικτά! Δικαίως ἡ Ἀναστασία ἦταν θυμωμένη.

«Ἀκοῦς ἐκεῖ! Τόσα λίγα!» Ρώτησα τί πῆγε λάθος, καθώς ἡ φιστικιά δέν εἶναι μιά καλλιέργεια μεγάλων ἀπαιτήσεων. Θέλει τήν προσοχή της, τό νοιάξιμό της, τό πότισμά της, τό κλάδεμά της ἀλλά καμμία σχέση μέ τήν ἀγροτική παραγωγή τοῦ κάμπου τῆς Θεσσαλίας καί τῆς Μακεδονίας. Μέ κοίταξε μέ ἀπόγνωση. «Ἡ ζέστη παιδί μου! Ὁ καύσωνας. Τά σαραντάρια. Αὐτή κατέστρεψε τήν παραγωγή σέ ὅλο τό νησί. Οὔτε στούς “Ἀσώματους” (συνοικισμός) εἶχε παραγωγή φέτος. Μόνο στήν “Χλόη” καί ἄν. Οἱ γεωπόνοι μᾶς εἶπαν μάλιστα ὅτι ἄν συνεχιστεῖ ὁ καύσωνας τά ἑπόμενα χρόνια –αὐτή ἡ κλιματική ἀλλαγή πού λέει καί ὁ Μητσοτάκης– τό νησί σέ λίγα χρόνια θά ἔχει πρόβλημα μέ τήν παραγωγή…» μοῦ εἶπε. 

Ἀρνήθηκα νά τήν πιστέψω, ἀλλά ἡ μητέρα μου εἶναι πρακτορεῖο, μέ τήν καλή ἔννοια. Σέ μιά τοπική κοινωνία ὅπου τά νέα κυκλοφοροῦν ἀπό στόμα σέ στόμα, ἐκείνη μπορεῖ νά σοῦ πεῖ χωρίς νά ἔχει τήν παραμικρή σχέση μέ τό διαδίκτυο τί συμβαίνει στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου, ἄν πάει καλά ἤ δέν πάει καλά ὁ ἑκάστοτε Δήμαρχος, ποιό ἀπό τά καράβια τῆς γραμμῆς θά δέσει γιά ἐπισκευές, ποῦ ἔχει ἔξαρση ἡ πανδημία, γενικῶς ξέρει. Ὡστόσο αὐτό πού μοῦ εἶπε, μέ τρόμαξε. Ἡ κλιματική ἀλλαγή καταστρέφει, πλήττει τό φιστίκι;;; Ἡ ζέστη;;;; Ὁ καύσωνας;;; Μᾶς ἐμεῖς μεγαλώσαμε μέ τήν γνώση ὅτι ἐχθρός εἶναι ἡ βροχή, ὄχι ὁ ἥλιος.

Πῆρα τό αὐτοκίνητό μου καί μέσω τῆς ἀγαπημένης μου διαδρομῆς τοῦ παραλιακοῦ –περνᾶς ἀπό τό σπίτι τοῦ Καζαντζάκη, τοῦ Μώραλη, τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Νικολάου, τό ἄγαλμα τοῦ Καπράλου, τόν Ἀρχαῖο Ναό τῆς Κολώνας, τά ναυπηγεῖα τοῦ Μαΐλη– κατέβηκα στό λιμάνι ὅπου ἦταν σέ πλήρη ἐξέλιξη τό φεστιβάλ φιστικιοῦ. Ἑορτή κανονική μέ κόσμο πολύ. Στάντ, μουσικές, τύμπανα «τσάκ μπάμ», σεμινάρια γαστρονομίας, καί τό φιστίκι σέ κάθε ἐκδοχή. Ἄψητο, ψητό, μέ ἁλάτι, χωρίς ἁλάτι, φιστίκι γλυκό κουταλιοῦ, φιστίκι μαρμελάδα. Φιστίκι σέ λουκάνικο, φιστίκι σαλάτα, φιστικέλαιο, φιστικοβούτυρο.

Ὁ vegan Κωστῆς Μαραβέγιας μᾶς εἶπε ἐν μέσω μιᾶς καταπληκτικῆς συναυλίας ὅτι τό φιστίκι Αἰγίνης, προϊόν μέ κατοχυρωμένη ὀνομασία προελεύσεως, εἶναι βάση τῆς διατροφῆς του. Ὁλόκληρος κόσμος λοιπόν, καί αὐτός πού παράγει καί αὐτός πού καταναλώνει, ἐξαρτᾶται ἀπό τήν παραγωγή του. Καί ἀπό ἐκεῖ πού καμαρώναμε ὅτι εἶναι τό προϊόν μας τόσο νόστιμο ἐπειδή παγκοσμίως μόνο στό νησί μας τό κλῖμα εἶναι τόσο ξηρό (καί σέ μία ἀκόμη περιοχή στήν Ἀμερική στό ἴδιο γεωγραφικό μῆκος καί πλάτος), καμμία σχέση μέ ἄλλα πού παράγονται σέ ἄλλες περιοχές τῆς Ἑλλάδος, πέφτει τώρα σάν κεραυνός αὐτή ἡ θεωρία: ἡ κλιματική ἀλλαγή ἀπειλεῖ τήν παραγωγή τοῦ φιστικιοῦ. Τρωγόμουν μέσα μου καί ἀναζήτησα τόν κατάλληλο ἄνθρωπο. Μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε. Ὅτι πράγματι τό θερμόμετρο ἀπειλεῖ τήν ἐπιβίωσή του. Μά κατά βάθος δέν ἤθελα νά χαλάσω τήν γιορτή. Καί δέν συνέχισα τήν κουβέντα. Τώρα ὅμως πού τέλειωσαν ὅλα, εἶναι ὥρα νά μετρήσουμε πραγματικά τόν κίνδυνο.

Σήμερα εἶναι τό φιστίκι πού ἀπειλεῖται ἀπό τήν κλιματική ἀλλαγή, αὔριο θά εἶναι κάποιο ἄλλο προϊόν. Εἶναι κλισέ ἡ φράση πού ἀκολουθεῖ, τό ξέρω, ἀλλά «πρέπει νά προετοιμαστοῦμε γιά τό μέλλον». Ὁ καύσων μπορεῖ νά κάνει ἀπολύσεις καί νά καταστρέψει ὑγιεῖς ἐπιχειρήσεις. Μπορεῖ νά πλήξει τήν τοπική οἰκονομία ἑνός νησιοῦ, μεγάλο μέρος τοῦ ΑΕΠ τοῦ ὁποίου βασίζεται στήν ἀγροτική παραγωγή. Εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ συμπατριῶτες μου, …ἁλμυρά φιστίκια ἅπαντες, θά σταθμίσουν πραγματικά τόν κίνδυνο, θά δοῦν ἄν εἶναι μικρός ἤ μεγάλος καί θά λάβουν χωρίς πανικό ἐγκαίρως τά μέτρα τους. Εἴθε αὐτή ἡ μικρή ἱστορία πού σᾶς διηγήθηκα, φορτωμένη μέ χιλιάδες ἀναμνήσεις, νά ἀποτελέσει συνολικό ἐγερτήριο γιά τίς συνέπειες τῆς κλιματικῆς κρίσης στήν ἀγροτική παραγωγή. Δέν εἶναι ἀστεῖο!