Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2021

Αυτήν την Ελλάδα πήρε μαζί του φεύγοντας ο Μίκης

Κοιτάζω γύρω μου και δεν βλέπω τίποτα αντάξιο για διαδοχή

Εδώ και μια βδομάδα, από «όταν ήρθε το σταλμένο το μαντάτο» του Μίκη, είμαι στους δρόμους. Δεν έχω κάτσει να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά, δεν έχω καταφέρει καν (και μάλλον καλύτερα) να παρακολουθήσω τη

νεκρώσιμη υπερπαραγωγή που άρχισε το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης και είναι ακόμα σε εξέλιξη. Και πάλι καλά που στα ατέλειωτα χιλιόμετρα αυτών των ημερών είχα παρέα το Δεύτερο Πρόγραμμα που το ακούς σε όλη την επικράτεια.

Ελεγα χρόνια, πολύ πριν φύγει ακόμα, ότι η ψυχή της Ελλάδας ήταν ζωντανή όσο τα μάτια του Μίκη ήταν ανοιχτά. Ελεγα ότι ήταν ο πιο μεγάλος Ελληνας από όσους μας είχαν απομείνει. Ο πατριάρχης των Ελλήνων. Και πραγματικά δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος ή κάποια να επωμιστεί αυτόν τον τίτλο που είναι μεν άτυπος, αλλά κατ’ εμέ είναι πολύ ουσιαστικός. Κοιτάζω γύρω μου και δεν βλέπω τίποτα αντάξιο για μια τέτοια διαδοχή. 

«Ορφανέψαμε» ήταν η μόνη λέξη που πρόλαβα να γράψω εδώ μέσα εκείνη τη στιγμή. Και έτσι το ένιωθα και το νιώθω εκατό τοις εκατό. Μπορεί να φταίει η αντι-ηρωική εποχή μας. Μπορεί να φταίει που αξίες και θεσμοί αποκαθηλώθηκαν στα μάτια μας, εν πολλοίς και με δική τους ευθύνη. Μπορεί να φταίει ότι η Ελλάδα εδώ και σχεδόν μισό αιώνα είναι χορτάτη και ήσυχη. Και πώς να γεννήσεις ήρωες, ηγέτες και μπροστάρηδες, όταν τα έχεις όλα λυμένα;

Ο Μίκης θα μπορούσε να είναι η σημαία της Ελλάδας και μόνο με τη μουσική του. Η Μυρτιά, το Τραγούδι της Ξενιτιάς και το Σαββατόβραδο θα ήταν αρκετά για να του προσφέρουν την καλλιτεχνική αθανασία, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν ο Επιτάφιος, το Αξιον Εστί και τα Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα. Θα ήταν αρκετό για να τον καταξιώσει διεθνώς το συμφωνικό του έργο, ακόμα και αν δεν είχε γράψει το μουσικό θέμα του Serpico ή το Canto General

Αλλά τέτοιες σημαίες σαν και τον Μίκη δεν φτάνουν να ανεμίζουν υψίστιες μόνο με τις νότες. «Θέλει δουλειά πολλή» για να φτάσεις να γίνεις σύμβολο και συνώνυμο ενός ολόκληρου έθνους στη συνείδηση όλης της ανθρωπότητας. Και ο Μίκης έκανε πράγματι «δουλειά πολλή» με τους αγώνες της νιότης του –αγώνες που είχαν και μπαρούτι και αίμα και κυνηγητό και εξορίες- αλλά και με τη διαρκή κοινωνική του παρέμβαση, ακόμα και σε αυτά τα τελευταία χρόνια που δεν μπορούσε πια να σταθεί στα πόδια του. 

Ναι, ξέρω, κατά καιρούς παλινδρομούσε με τις θέσεις του από τα αριστερά στα δεξιά και τούμπαλιν και αυτό ενοχλούσε τους «δικούς του» που τον ήθελαν πολύ πιο «δικό τους», αλλά και τους απέναντι, επειδή δεν ήταν ολότελα «δικός τους». Αλλά σε έναν κόσμο που αλλάζει και που ο κοσμοπολίτης Μίκης τον έζησε στο πετσί του και τον ρούφηξε μέχρι το μεδούλι του σε κάθε γωνιά του για σχεδόν έναν αιώνα, του ήταν αδύνατο να κρατάει το βλέμμα και το ατίθασο πνεύμα του στραμμένα μόνο στη μια πλευρά του ήλιου. Ο Μίκης ήταν κομμουνιστής και φρόντισε να μας το υπενθυμίσει φεύγοντας. Ηταν πιστός στην ιδεολογία του. Αλλά δεν ήταν δέσμιος της ιδεολογίας του.

Ο Μίκης ήταν ο τελευταίος κρίκος που μας συνέδεε με αυτό που εγώ (αυθαίρετα ίσως, αλλά έτσι το βλέπω) έχω τιτλοφορήσει «παλιά Ελλάδα». Ποια είναι αυτή η Ελλάδα; Είναι η Ελλάδα που μάτωσε για να διώξει τυράννους, ξένους και ντόπιους. Που πάλεψε για γλυκό ψωμί, μόρφωση, αξιοπρέπεια. Είναι η Ελλάδα που τη δημοκρατία και την ισότητα δεν τις είχε δεδομένες και που αγωνίστηκε να τις εδραιώσει. (Ναι, ούτε τώρα τα έχει στο απόλυτο, αλλά ας μην κάνουμε καραμέλα τη «χούντα» και την «κατοχή» όλοι εμείς που δεν φάγαμε χαστούκι όχι από τον μπάτσο, αλλά ούτε καν από το δάσκαλο).

Αυτή είναι για μένα η «παλιά» Ελλάδα: που δεν είχε όλη μέρα ανοιχτή την τηλεόραση, που ξενυχτούσε στο γλέντι και που το πρωί ξυπνούσε να πάει να δώσει τη μάχη της επιβίωσης στη φάμπρικα και στο γιαπί, που μπορεί να στοιβαζόταν αλαλάζουσα κάτω από προεκλογικά μπαλκόνια που στο τέλος θα την πρόδιναν αλλά, αν μη τι άλλο, είχε αντανακλαστικά, σφυγμό και παλμό. Είναι η Ελλάδα που έβγαζε τη σημαία στο μπαλκόνι χωρίς δεύτερες σκέψεις και που αν έμπαινες σε μια σχολική τάξη και ρωτούσες τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου, ήξερε να σου απαντήσει ακόμα και ο «τελευταίος» μαθητής.

Αυτή την Ελλάδα πήρε μαζί του φεύγοντας ο Μίκης Θεοδωράκης. Αυτήν υπηρέτησε και σε αυτήν έβαλε τη σφραγίδα του. Αφήνει πίσω του μια κοινωνία με άλλο πρόσωπο, άλλες ανάγκες και άλλες αρχές, έχοντας κάνει γι’ αυτή την κοινωνία πολύ περισσότερα από όσα του αναλογούσαν και αναλογούν σε καθέναν από εμάς. Και, σε ό,τι αφορά το αμιγώς μουσικό της DNA, την αφήνει πολύ πιο πλούσια από αυτήν που βρήκε. 

Να τον θυμόμαστε με σεβασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη. Και συγνώμη αν σας κούρασα.

Γιάννης Μπίλιος
(Από το fb)