Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2021

Η νύχτα που σκοτείνιασε η Ελλάδα και οι «μάστορες» του σεναρίου

Είναι ίσως το πιο «μαστορικό» δίδυμο σεναριογράφων στην τηλεοπτική μας ιστορία. Η Μελίνα Τσαμπάνη και ο Πέτρος Καλκόβαλης γύρισαν 180⁰ το καράβι με τις Άγριες Μέλισσες κόντρα στον καιρό. Δηλαδή κόντρα στον κίνδυνο του πλατιάσματος και του εκφυλισμού, συνεχίζοντας μια σειρά για τρίτη διαδοχική περίοδο. Και από το πρώτο επεισόδιο του τρίτου κύκλου τούς θαυμάσαμε! Για την ακρίβεια τους θαυμάσαμε πάλι...  Όλα στις Μέλισσες άλλαξαν και όλα τα ίδια ήταν. Η σειρά απέδρασε από την προηγούμενη ιστορία και μπήκε δυνατά σε μια άλλη:

-Με πολλούς ίδιους πρωταγωνιστές, αλλά με αλλαγμένους, με εξελιγμένους, χαρακτήρες.
-Με τον ίδιο τόπο της ιστορίας, το θεσσαλικό Διαφάνι, αλλά με μια ελαφρά διεύρυνση προς τη Λάρισα.
-Με το ίδιο μυστήριο στις σχέσεις ηρώων της σειράς, αλλά με τελείως διαφορετικές πλοκές.
-Με τη δυναμική εισβολή διαλεκτών ηθοποιών πλάι στους ήδη διαλεκτούς των προηγούμενων κύκλων. (Κάτι μας λέει ότι θα κάνει έναν από τους σπουδαιότερους ρόλους τής καριέρας του ο Αιμίλιος Χειλάκης)

Ήταν ένα αριστοτεχνικό, ομαλό, πέρασμα από τη μια ιστορία στην άλλη. Μια, ας την πούμε, «όσμωση» των ιστοριών. Κάτι σαν η τελευταία η εικόνα τής μιας να μπαίνει στην πρώτη τής επόμενης –φοντί ανσενέ λέγεται αυτό στη γλώσσα του σινεμά. 

Οι σεναριογράφοι και ο χαρισματικός σκηνοθέτης, ο Λευτέρης Χάριτος, αναπαρέστησαν την εποχή με πιστότητα (χωρίς να αποφεύγονται κάποιες εύκολες λύσεις, αλλά πολύ λίγες) και έδειξαν πειστικά την αρχή τής βασανιστικής νύχτας που σκοτείνιασε την Ελλάδα: την αρχή της Δικτατορίας. Το επεισόδιο άρχισε ακριβώς στην Ώρα Μηδέν για τη χώρα: 21 Απριλίου 1967! Οι νεότερες γενιές, πήραν έντονη γεύση από το ξάφνιασμα –και τον τρόμο– των πατεράδων ή των παππούδων τους όταν τη νύχτα μιας ταραγμένης εποχής ήρθε η βίαιη εισβολή τού στρατού στη ζωή τών Ελλήνων. Όλων των Ελλήνων, κάθε πολιτικού ή μη πολιτικού χώρου. Το επεισόδιο της τρίτης πρεμιέρας των Μελισσών έδειξε την αγριότητα του καθεστώτος, την παγωνιά τής Μεγάλης Νύχτας που απλώθηκε στην Ελλάδα, τη λατινοποίηση μιας χώρας στην εσχατιά τής Ευρώπης. 

Το πρώτο ημίωρο του πρώτου επεισοδίου είχε κάποια αμηχανία –έτσι τουλάχιστον το συλλάβαμε εμείς. Αιτία ήταν, κατά κάποιο τρόπο, οι συστάσεις των νέων προσώπων, η αναδιάταξη των παλιών, οι νέες σχέσεις και οι νέες κατευθύνσεις τής ιστορίας. Και μετά, προς το τέλος, οι παλμοί τής πλοκής που έρχεται, άρχισαν να ανεβαίνουν. Οι εξελίξεις άρχισαν να τρέχουν από το δεύτερο επεισόδιο με τον τρόπο που μας έχουν δείξει συντελεστές τής σειράς από τους προηγούμενους κύκλους: με επιτάχυνση, χωρίς να κολλάνε, χωρίς να επαναλαμβάνονται και να ανακυκλώνονται.

Για να βγάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, οι Μέλισσες δεν είναι υψηλή κινηματογραφική τέχνη. Είναι όμως ένα υψηλού επιπέδου τηλεοπτικό δημιούργημα. Με όλες τις καλλιτεχνικές συνισταμένες του στο αποκορύφωμά τους: σκηνοθεσία, φωτογραφία, σκηνογραφία, ερμηνεία, μουσική. Μουσική! Εξαιρετικές επιλογές, υψηλή ποιότητα, όπως και στους προηγούμενους κύκλους. Ένα ακόμα αβαντάζ, που ίσως να μη φαίνεται πολύ, σε αυτήν τη σειρά που τραβάει μια γραμμή ανάμεσα στην εποχή τής τηλεοπτικής μυθοπλασίας πριν από τις Μέλισσες και στην εποχή μετά από τις Μέλισσες. Μαζί με όλα αυτά, το άρτια φτιαγμένο σενάριο, από δύο μάστορες του είδους. Καθόλου τυχαίο ότι πίσω τους υπάρχουν μελέτες πάνω στη σεναριογραφία και εμπειρία από δουλειές εντός και εκτός Ελλάδας. Και, ακόμα, καθόλου τυχαίο ότι οι Μέλισσες σαρώνουν και τούτην την περίοδο στην τηλεθέαση!

Καμιά επιτυχία δεν έρχεται από τύχη –ή τουλάχιστον μόνο από τύχη. 

Διονύσης Βραϊμάκης 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:

Θα τα καταφέρουν οι Μέλισσες;