Τρίτη, 31 Αυγούστου 2021

To κουτσό βήμα του Θανάση...

 της Μαρίας Δεδούση

Ο Θανάσης κάποτε ήταν καπετάνιος στα μεγάλα πλοία.
Δεν είναι εύκολο να είσαι καπετάνιος στα μεγάλα πλοία, ακόμη κι αν τα μεγάλα πλοία κάνουν σχεδόν τα πάντα μόνα τους, παραμένουν μεγάλα κι εσύ παραμένεις καπετάνιος σε κάτι μεγάλο, έστω κι άχρηστος. Γι αυτό

δεν είναι εύκολο, επειδή κάνουν τα πάντα μόνα τους κι εσύ είσαι σχεδόν άχρηστος.
Εν πάση περιπτώσει, είναι κάτι πολύ μεγάλο να είσαι καπετάνιος στα μεγάλα πλοία.
Υποθέτω.
Μετά τού έφαγε τα λεφτά και τη δουλειά και τη ζωή ο τζόγος

Και για να μην πούμε τη μεγάλη ιστορία, να πούμε ότι πιο μετά βρέθηκε να δουλεύει στην καθαριότητα στο Δήμο και ακόμη πιο μετά μάζευε τα σκουπίδια και τα φύλλα από το μέρος όπου έκαναν διακοπές οι ξένοι άνθρωποι.
Τα βράδια, ο Θανάσης καθόταν επάνω, στη βεράντα, με το Νίκο, που είναι ένας πολύ σπουδαίος επιστήμονας και όλοι αναρωτιόντουσαν τι έλεγαν τόσες ώρες οι δύο τους, μέχρι που ένα βράδυ κάποιος τούς κρυφάκουσε να μιλάνε για τους ανέμους: Ο Θανάσης μιλούσε κι εξηγούσε και ο Νίκος άκουγε ευλαβικά.

Όσο πιο σοφός είσαι, να ξέρετε, τόσο πιο πολύ λαχταράς να σου μάθει κάποιος κάτι...
Μια χρονιά, ο Θανάσης κατέπεσε.
Δεν μπορούσε πια ούτε τα σκουπίδια ούτε τα φύλλα να μαζεύει, έφταιγε το πόδι του, σχεδόν κουτσό, που έσερνε πίσω του -«θα πάω να την κάνω την εγχείρηση»-, ή ίσως έφταιγε που μπήκε μια μέρα στο σπίτι του και βρήκε τον αδελφό του μισό, είχε πυροβολήσει το κεφάλι του.

Αν ο αδελφός του πέθαινε, μπορεί η ιστορία αυτή να τελείωνε εδώ. Ή να μην είχε γραφτεί ποτέ.
Αλλά, ο αδελφός του αποφάσισε να ζήσει.
Με μισό κεφάλι, που δεν είναι αρκετό, συχνά δεν είναι αρκετό και ολόκληρο εξάλλου.
Ο Θανάσης σταμάτησε να μαζεύει τα σκουπίδια, τα φύλλα, ή οτιδήποτε εκτός από χρέη, αλλά κράτησε μια συνήθεια:

Κάθε πρωί, πολύ νωρίς, πριν ξυπνήσουν οι ξένοι άνθρωποι, ανέβαινε επάνω στη βεράντα, έφτιαχνε ελληνικό καφέ και άλλαζε την ημερομηνία, σε εκείνη την κατασκευή με τους δύο κύβους, ξέρετε, που τους γυρνάς πάνω κάτω και σου λένε ποια μέρα είναι.
21…22…23…24 κάποιου καυτού μήνα και πάει λέγοντας.
Κανείς δεν έδινε σημασία. Όλοι έβρισκαν, όταν ξυπνούσαν, το χρόνο έτοιμο.
Κι όταν βρίσκεις το χρόνο έτοιμο, δεν σε απασχολεί.
Όπως και όλα τα πράγματα.
----------------

Μια μέρα ο Θανάσης ανέβηκε στη βεράντα, σέρνοντας το κουτσό του πόδι, κοίταξε τους κύβους κι αντί ν' αλλάξει την ημερομηνία είπε «ά στο διάτανο κι εσύ», έτσι ακριβώς το είπε, «διάτανο». 
Σέρνοντας, πάντα, το κουτσό του πόδι, κατέβηκε ξανά κι εξαφανίστηκε.
Εκείνη τη μέρα συνέβησαν πολλά και παράξενα, ή και όχι τόσο παράξενα, πράγματα στην ανατολική πλευρά της παραλίας.
Όλος ο υπόλοιπος κόσμος ξύπνησε σε μια καινούργια μέρα, μια καινούργια εβδομάδα, έναν καινούργιο μήνα.
Στην ανατολική πλευρά της παραλίας, όμως, όχι.

Ένας άνθρωπος έχασε την πτήση του, ένας άλλος τα γενέθλιά του, μια οικογένεια ξέχασε να φάει, ένα φραγκόσυκο στάθηκε αμήχανο πάνω στο φύλλο· ήταν η μέρα του να πέσει, αλλά η μέρα δεν ήρθε ποτέ.
Ένας άλλος άνθρωπος ήταν προγραμματισμένο να πεθάνει, αλλά έζησε

Τι είναι χειρότερο, αναρωτήθηκε: Να ζεις πιο πολύ απ' όσο σου αναλογεί, ή να πεθαίνεις πρόωρα;
Κανείς δεν απάντησε ποτέ.
Οι άνθρωποι, οι πτήσεις, τα γενέθλια, τα φραγκόσυκα, ο θάνατος, όλα περίμεναν μέσα στη ζέστη που την έκοβες με μαχαίρι.
Η επόμενη μέρα ήταν η ίδια.
Και η μεθεπόμενη.
Και όλες.
Η ανατολική πλευρά της παραλίας έμεινε μετέωρη στον καιρό.

Απρόσμενα σύντομα όλοι συνήθισαν στην ακινησία και τη ζέστη και το χρόνο που πλέον δεν υπήρχε, τα επόμενα που δεν έρχονταν.
Αποσυνδέθηκαν από το χρόνο, έπαψε να τους νοιάζει, ο χρόνος δεν έχει κανένα νόημα όταν δεν έχει σύνδεση με τους ανθρώπους και τα γεγονότα.
Κι ανάποδα.
Καθένας προχωρούσε μόνος του:
Oι άνθρωποι και τα γεγονότα από τη μία, ο χρόνος από την άλλη, δεν συναντιόντουσαν πουθενά.
Κανείς δεν φοβόταν ότι πλησίαζε ο χρόνος να φύγει, να μείνει, να πεθάνει ή και να ζήσει.
Πέρασε πολύς καιρός έτσι, ή και καθόλου καιρός.
Ζήσαμε περπατώντας στην άμμο.
Μπαινοβγαίνοντας στη θάλασσα.
Ανταλλάσσοντας κουβέντες που επαναλαμβάνονταν.
Φτιάχνοντας σχέσεις που δεν τελείωναν ποτέ, αν και πάντα αιωρούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.
Λέξεις όπως «πάντα», «ποτέ», «αύριο», «μετά», χάθηκαν ολοκληρωτικά από τη γλώσσα, ξεχάσαμε να τις προφέρουμε.
Ζήσαμε κοιτώντας τους φόβους μας να στέκονται αμήχανοι κι ανίσχυροι απέναντί μας στο βάθος του ορίζοντα.
Τους βγάλαμε τη γλώσσα στην αρχή, παίρνοντας την εκδίκησή μας.
Μετά, τους ξεχάσαμε κι αυτούς μαζί με τις λέξεις που τους ζωντάνευαν.
Αποχαυνωμένοι στην ακινησία, ήμασταν -μάλλον- ευτυχισμένοι.
--------------------
Νωρίς ένα πρωί, ακούσαμε από μακριά τον κουτσό βηματισμό του Θανάση.
Εκκωφαντικό, απειλητικό, απόλυτα τρομακτικό.
Σκορπίσαμε στην αρχή, φοβισμένοι.
Μαζευτήκαμε μετά.
Ερχόταν ξανά ο φύλακας των φόβων μας, ο κλέφτης του χρόνου.
Σκεφτήκαμε να σκοτώσουμε το Θανάση.
Να κάψουμε τους κύβους.
Να κρατήσουμε αγκαλιά το χρόνο· να τον προφυλάξουμε.

Σκεφτήκαμε να θυσιάσουμε το νεότερο, αλλά δεν ξέραμε πια ποιος ήταν ο νεότερος…
Ανεβήκαμε, τελικά, όλοι μαζί στη βεράντα και σχηματίσαμε ένα κλοιό γύρω από τους παλιούς κύβους που έδειχναν την ημερομηνία.
Κρατήσαμε την ανάσα μας και κάναμε απόλυτη ησυχία.
Κι εκεί, έτσι μαζεμένοι και τρομαγμένοι, ακούσαμε το πρώτο κουτσό βήμα του Θανάση ν' ανεβαίνει τα σκαλιά...

**Το κείμενο δημοσιεύεται στη σελίδα τής Μαρίας Δεδούση, στο fb

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου