Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2021

Ο καύσωνας άλλων εποχών όπως τον περιγράφει ο Μ. Καραγάτσης

Η αφόρητη ζέστη πριν από τα κλιματιστικά...  

Οι καύσωνες είναι διαχρονικοί. Υπήρχαν, υπάρχουν (πιο έντονα) και θα υπάρχουν (εντονότερα). Διαφορετική είναι η αντιμετώπισή τους ανά εποχές. Αλλιώς τους πάλευε ο κόσμος τη δεκαετία του ’50, αλλιώς του ’80, αλλιώς τον 21ο αιώνα. Η σειρά είναι: εφημερίδα που ανεμίζει ή βεντάλια, ανεμιστήρας, κλιματιστικό

Πώς βίωναν οι άνθρωποι τη σφοδρή ζέστη, πριν από τα κλιμαστικά και τους

ανεμιστήρες, δηλαδή πριν από εξήντα ή εβδομήντα χρόνια; Θυμηθήκαμε μια περιγραφή στο «Το 10» του Μ. Καραγάτση και την αναζητήσαμε για να τη μεταφέρουμε στον Harddog. Τη βρήκαμε στις σελίδες 19-20 τής έκδοσης του 2007 από το «Βιβλιοπωλείο της Εστίας». Μεταφέρουμε δυο αποσπάσματα: 

(...) Άξαφνα γίνηκε η μεταβολή του καιρού, απ' τους στεγνούς δροσερούς βοριάδες στις νοτισμένες φλογερές άπνοιες που ήρθαν μουλωχτά από το Νότο και ξάπλωσαν παντού τη λιοφρυγμένη θαμπάδα τους. Οι οργανισμοί δεν είχαν ευχέρεια να βολευτούν, όπως θα γινόταν με μια κλιμακωτή αλλαγή. Το άξαφνο χτύπημα της κάψας τους συγκλόνισε, τους έριξε σε ατονία και χαύνωμα. Ο ίδρος ανάβλυσε από όλους τους πόρους και κάλυψε τα κορμιά με τη γλιτσιασμένη δυσοσμία του. Μες στα βαριά κεφάλια η σκέψη σιγόπλεγε σαν μισοψόφιο ψάρι σε χλιό νερό, απόμενε λειψή κι ατερμάτιστη. Η μεγάλη πολιτεία δέχτηκε παθητικά τη λάβα τ' ουρανού κι αποκάρωσε, σαν τεράστιο χταπόδι ξεβρασμένο στην  ακρογιαλιά, που άπλωσε τα πλοκάμια του πλάι στ' ακύμαντο αχνιστό νερό, και σιγοψοφάει από καΐλα και ασφυξία. 

(...) Κανείς δεν χόρταινε ύπνο. Τη νύχτα μόνο μετά τα μεσάνυχτα δρόσιζε κάπως το ύπαιθρο (τα σπίτια, μέσα, ήταν φούρνος νύχτα μέρα) κι οι άνθρωποι αποκάτιαζαν στις αυλές, τα λιακωτά και τα μπαλκόνια. Μα ο ήλιος, ανατέλλοντας από τις πέντε, τους ξυπνούσε με τις πρώτες καυτερές του αχτίνες. Όσο για τον μεσημεριανό ύπνο, λόγος δεν γινόταν. Όπως τα καρωμένα μάτια πήγαιναν να κλείσουν, κύμα ιδρώτα ανάβλυζε και σκέπασε όλο το κορμί, διώχνοντας τον ύπνο. Απόμενε η νάρκη, που γενόμενη πιο έντονη όσο περνούσε η μέρα, σε συνόδευε ως τη νύχτα και σ' έριχνε κατάκοπο στο στρώμα.

Ο Λίβας στη Λάρισα 

Ο Καραγάτσης περιγράφει τη σφοδρή ζέστη και στο «Συνταγματάρχης Λιάπκιν», όταν ο Λίβας σάρωνε τη Λάρισα στις πρώτες δεκαετίες τού αιώνα. Παρακάτω ένα ακόμα απόσπασμα (αυτό το βρήκαμε στο Διαδίκτυο, στο onlarisa.gr): 

«Η Λάρισα νεκρώθηκε όταν από τον ολόχρυσο κι αθέριστο κάμπο φύσηξε ο πρώτος Λίβας του καλοκαιριού. Κάπου, κατά το Νοτιά, κάποιος φοβερός δράκος πρέπει ν’ άνοιξε το φλογισμένο στόμα και να ‘χυσε την πύρινη ανάσα του πάνω στα στάχυα…

Οι Λαρισαίοι μόλις νιώσουν τις πρώτες πνοές του Λίβα, κλείνονται στα σπίτια τους. Η πολιτεία νεκρώνεται, ως κι αυτές οι δροσερές αυλές, με τα σκιερά χαγιάτια, στους παλιούς μαχαλάδες, ερημώνονται. Πόρτες, παραθυρόφυλλα, τζάμια, κλειστά· είναι ο μόνος τρόπος να ζήσει κανείς.

Το αυστηρό κλείσιμο δημιουργεί στα σπίτια δροσιά ευεργετική. Μόλις όμως τολμήσεις ν’ ανοίξεις οτιδήποτε, μια καυτή πνοή σού καψαλίζει τα μάτια και τα πλεμόνια. Με το ηλιόγερμα ο Λίβας πέφτει, κι ως τα μεσάνυχτα βασιλεύει ζέστα υγρή, πνιχτική, αντίθετη απ’ την ξερή λαύρα της μέρας. Κατά τα μεσάνυχτα, απ’ τις κορφές του Ολύμπου κατεβαίνει ένα ψυχρό αεράκι, γεμάτο ζωή κι ανακούφιση. Η Λάρισα ανασαίνει. Πόρτες και παράθυρα ανοίγουν διάπλατα.

Οι Λαρισαίοι, που ίσα με τότε ιδρωκοπούσαν στους δρόμους αποχαυνωμένοι, φορούν το σακάκι τους πάνω απ’ το μουσκεμένο πουκάμισο. Το θερμόμετρο κατρακυλάει από τα 40 στα 20. Δροσίζονται τα σπίτια, οι άνθρωποι κοιμούνται ευχάριστα· μα ξυπνούν, μια στιγμή, πριν βγει ο ήλιος, να ξανακλείσουν παράθυρα και πόρτες· γιατί οι πρώτες του αχτίδες είναι κιόλας θανατερές».