Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2021

Αυτή η χώρα δεν έδωσε στον Γιάννη κάτι περισσότερο από ένα στενάχωρο διαμέρισμα στα Σεπόλια....

...και ένα μεροκάματο στους γονείς του - Πρωταθλητής NBA o Αντετοκούνμπο 
του Γιάννη Μπίλιου*


Εγώ δεν είμαι υπερήφανος για τον Γιάννη. Θα ήμουν υπερήφανος, αν είχα την παραμικρή σχέση και συμμετοχή σε ό,τι έχει επιτύχει. Δεν είμαι καν (τηλε)θεατής των κατορθωμάτων του. Δεν ξενυχτάω για να δω ΝΒΑ. Μόνο
μια φορά τον είδα σε ματς που άρχιζε βράδυ Κυριακής, τότε που έκανε το ρεκόρ πόντων. Κι αυτό, επειδή δεν είχε κανένα ποδόσφαιρο που να με ενδιέφερε την ίδια ώρα.

Ούτε μου λέει κάτι ότι μιλάμε ίδια γλώσσα. Εχω ξαναπεί ότι δεν βλέπω το λόγο να ταυτίζομαι με τα επιτεύγματα ανθρώπων που γεννήθηκαν ή που ζουν στη χώρα που ΕΤΥΧΕ να γεννηθώ εγώ. Υποκλίνομαι σε κάθε σταγόνα ιδρώτα που έχυσαν, αλλά οι νίκες και οι ήττες τους με αφήνουν σχεδόν αδιάφορο. Καλώς ή κακώς, εγώ έχω άλλου είδους αθλητικά ενδιαφέροντα, παγιωμένα εδώ και δεκαετίες. Και δεν έχουν να κάνουν τόσο με πρόσωπα, όσο με σύμβολα.

Αλλά και οι περισσότεροι από εμάς είναι εντελώς ξένοι με τον Γιάννη και τον κάθε Γιάννη. Όταν η οικογένειά του πάλευε να επιβιώσει σε ένα στενόχωρο διαμέρισμα στη «λούμπεν» γειτονιά των Σεπολίων, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα της, εγώ είχα την πολυτέλεια να ξυπνάω και να κοιμάμαι στον τόπο μου. Να είμαι για 45 χρόνια κάτοικος Νέας Ιωνίας και η μόνη... ξενιτιά που έχω γνωρίσει, να είναι τα Βριλήσσια από τότε που παντρεύτηκα.

Εζησα, μορφώθηκα και εργάστηκα στο ασφαλές περιβάλλον της αναπτυγμένης πατρίδας μου, σε χρόνια ειρηνικά και ανθηρά και σε μια πολύ καλή οικογένεια, χωρίς ποτέ κανείς να με αποκλείσει από καμία ευκαιρία. Χωρίς ποτέ να πρέπει να «απολογηθώ» για το χρώμα μου, τη γλώσσα μου ή το... ύψος μου. Χωρίς περίεργους γείτονες και τύπους να τριγυρνάνε στη γειτονιά μου. Χωρίς κινδύνους. Χωρίς περιπέτειες. Εχω δε τη χαρά να έχω εν ζωή και τους δύο γονείς μου. Ο Γιάννης δεν έχει πια ούτε αυτό το προνόμιο...

Ο Γιάννης (μόνο στο όνομα ταυτιζόμαστε τελικά) έζησε σε ένα παράλληλο σύμπαν με εμένα και με όλους εσάς που μου μοιάζετε. Δεκάρα δεν δίναμε όλοι εμείς όταν ο Γιάννης και ο κάθε Γιάννης πηδούσε να φτάσει το στεφάνι και να καρφώσει, προσπαθώντας να αγγίξει το όνειρό του. Όλο και κάποιος από εμάς θα τον είχε δει τυχαία, πίσω από τα συρματοπλέγματα μιας παιδικής χαράς, περιμένοντας να ανάψει το φανάρι. «Καλό το αραπάκι. Το μπάσκετ μπορεί να το σώσει από την πείνα. Αναψε, όμως, φαναράκι μου να πάμε σπίτι να αράξουμε στη σαλονάρα με το κλιματιστικό». Έκαστος εφ ω ετάχθη και εγεννήθη...

Αυτή η χώρα που φιλοξένησε την οικογένεια του Γιάννη, δεν της έδωσε κάτι περισσότερο από αυτό το διαμέρισμα στα Σεπόλια και ένα μεροκάματο στους γονείς του. Δεν τον βοήθησε να γίνει παίκτης κορυφής στο ΝΒΑ με κάποιο εθνικό αναπτυξιακό πρόγραμμα, δεν πρόλαβε καν να τον αναδείξει ως επαγγελματία. Ευτυχώς για τον Γιάννη, το μπόι του, το ταλέντο του, η θέλησή του και η προσωπικότητά του συνέθεταν ένα «πακέτο» πολύ πολύ ανώτερο από όσα θα μπορούσε να του προσφέρει, αθλητικά, αυτή η χώρα -ευτυχώς γι' αυτόν.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν μπορούν να τα ξέρουν (και μάλλον δεν ενδιαφέρονται να τα μάθουν) τα εκατομμύρια θεατών και τηλεθεατών που τον θαυμάζουν. Για όλους αυτούς, ο Γιάννης είναι ο Greek Freak. Δεν αναφέρονται καν στην αφρικανική καταγωγή του. Είναι ελληνικό εξαγώγιμο προϊόν, «σημαία» και περηφάνεια μιας χώρας που απλώς του έδωσε λίγα τετραγωνικά για να ζήσει κι ένα τσιμεντένιο γηπεδάκι για να παίξει. Από τις πολύ λίγες περιπτώσεις που αυτός ο τόπος επένδυσε τόσα λίγα και κέρδισε τόσα πολλά. Super deal! Του χρωστάμε, δε μας χρωστάει.
Γι' αυτό δεν είμαι υπερήφανος για τον Γιάννη. Είμαι, απλά, πολύ χαρούμενος γι' αυτόν.

* Το κείμενο του Γιάννη Μπίλιου δημοσιεύτηκε στον Harddog τον Ιούνιο του 2019. Γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρο μετά τη νίκη των Μιλγουόκι Μπακς επί των Φοίνιξ Σανς με 105-98 και τους 50 πόντους πέτυχε ο Έλληνας αθλητής που μεγάλωσε στα Σεπόλια. Ο Αντετοκούνμπο κατέκτησε με τους Μιλγουόκι τον τίτλο του NBA.