Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

Η «μαλλιαρή»

Παλαιότερα, η εορτή της «Αναλήψεως» ήταν σχολική αργία. Θυμάμαι ότι κάθε χρόνο, η μητέρα μου μας πήγαινε στην θάλασσα, στην περιοχή Σκαραμαγκά (τότε δεν υπήρχαν εκεί διυλιστήρια και υψικάμινοι, όπως έγραψε ο Γκάτσος αργότερα), για «να πιάσουμε την μαλλιαρή».Η «μαλλιαρή» ήταν μια πέτρα με «μαλλιά», δηλαδή μια πέτρα που έπρεπε να έχει επάνω της φύκια ή θαλάσσια βρύα και θαλάσσιες λειχήνες.
Εμείς, τα μικρά, κάναμε «μακροβούτια» μέχρι να  βρούμε την πολυπόθητη πέτρα, την οποία προσκομίζαμε στην μαμά ως «λάφυρο»« και εκείνη την έβαζε σε μια τσάντα για να την πάμε στο σπίτι, «για γούρι»...

Αργότερα, έμαθα από πρόσφυγες της γειτονιάς μας ότι το έθιμο της «μαλλιαρής» προερχόταν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Εκεί, άνδρες και γυναίκες συνήθιζαν να μπαίνουν ως  τα γόνατα στη θάλασσα και έπαιρναν από 40 κύματα νερό σε ένα μπουκάλι. Σταυροκοπιόνταν και αγναντεύοντας τον ανοιχτό ορίζοντα κατευόδωναν τον Χριστό λέγοντας «Αντε, Χριστέλλη μου, στο καλό!» Κι έψαχναν στον βυθό της θάλασσας, εκεί στα ρηχά, συνήθεια που γίνεται και στις ακτές της Αττικής, φερμένη από τους πρόσφυγες, να βρουν μια πέτρα με βρύα, την περίφημη «πέτρα μαλλιαρή». Οποιος την εύρισκε την έπαιρνε στο σπίτι του, ως φορέα ευτυχίας!

H πέτρα αυτή, με το ρίζωμα και τη βλάστησή της μέσα στη θάλασσα, συμβολίζει όλη τη δύναμη και την ουσία του θαλασσινού στοιχείου που, κατά τον Ευριπίδη, (Ιφιγένεια, η εν Ταύροις) «κλύζει πάντα τ’ ανθρώπων κακά». Είναι δηλαδή η θάλασσα καθαρτική και ανανεωτική, ιδιαίτερα την ημέρα της Αναλήψεως, όταν με την παρουσία του Χριστού στους αιθέρες, ουρανό και θάλασσα, έχει αγιασθεί...

Η Πέμπτη της Αναλήψεως, ήταν ο προάγγελος του τριημέρου αργίας. Το σχολείο της μητέρας μας ονομαζόταν «Η Αγία Τριάς» (ένεκα του ότι ο μεγαλύτερος αδελφός μου και εγώ γεννηθήκαμε αργά, βράδυ της Πεντηκοστής λίγο πριν γυρίσει η μέρα του Αγίου Πνεύματος), ο πατέρας μας εργαζόταν ως ιατρός στον Οίκο του Ναύτου και το ΙΚΑ (άρα είχαν αργία) κι έτσι πάντα, οργανωνόταν ένα... σχεδόν τριήμερο (τότε το Σάββατο δεν ήταν αργία).

Συνήθης προορισμός το Αμπελάκι στην Σαλαμίνα όπου η παραθεριστική οικία του παππού και το πανηγύρι της «Αγίας Τριάδας», ή το Τολό, στην Αργολίδα, όπου είχαμε φίλους και κουμπάρους.

Θυμάμαι με νοσταλγία εκείνα τα λιγοστά, σχεδόν τριήμερα, στο Τολό. Με τον πατέρα μας να οδηγεί προσεκτικά το «simca etoile», ένα αυτοκίνητο με τις ταχύτητες «στο χέρι» και τη μητέρα μου συνεχώς να γκρινιάζει  επειδή ο μπαμπάς «περνούσε τα εξήντα χιλιόμετρα και έτρεχε!». 

Έχει μείνει ιστορική μια ατάκα τού πατέρα μας, καθώς περνούσαμε την Κακιά Σκάλα. «Αν συνεχίσεις να τρέχεις, θα ανοίξω την πόρτα και θα πηδήσω έξω!» απείλησε η μαμά. 

Και ο γιατρός, ψύχραιμος: «Όλο υποσχέσεις τις οποίες δεν τηρείς είσαι, Σοφία μου!». Πάντα έβαζε το «μου» στο τέλος, ότι και αν είχε προηγηθεί...

Το τριήμερο, πλέον, του Αγίου Πνεύματος, έχασε το νόημά του. Περνά κι αυτό μέσα σε συνωστισμό στις εθνικές αρτηρίες  και στριμωξίδι στις παραλίες. 

Με τόσα φώτα, πώς να μας φωτίσει και το Άγιο Πνεύμα;

Δημήτρης Καπράνος 
(Δημοσιεύεται στην επιφυλλίδα του, στην Εστία, με τίτλο  «Τα... σχεδόν τριήμερα του Αγίου Πνεύματος». Η φωτογραφία που εικονογραφεί το θέμα στο μπλογκ είναι από το διαδίκτυο)