Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Ιστορίες «μη προνομιούχων»...

της Μαρίας Δεδούση

H Αλίτσια Τίσιοντς (Alicja Tysiąc).
Πολωνή. Το 2006-2007, ζώντας στη Βαρσοβία, παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα την υπόθεσή της, όπως και εκατομμύρια γυναίκες στη χώρα αλλά και πολλοί άντρες.Η Αλίτσια, 35 ετών τότε, έμεινε έγκυος το 2000 για τρίτη φορά.
Έχοντας ήδη πολύ υψηλή μυωπία και στα δύο μάτια και καθώς με την αρχή τής εγκυμοσύνης η κατάσταση επιδεινώθηκε, συμβουλεύθηκε δύο οφθαλμίατρους που της είπαν το ίδιο πράγμα:Εάν συνέχιζε την εγκυμοσύνη, πιθανότατα θα έχανε την όρασή της, καθώς η ζημιά θα ήταν πλέον μη-αναστρέψιμη.
Η Τίσιοντς έφτιαξε όλα τα απαραίτητα χαρτιά και ζήτησε να εξαιρεθεί του νόμου που απαγορεύτει αυστηρά τις εκτρώσεις, εκτός αν πρόκειται για πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα υγείας.
Το κράτος αποδέχθηκε το αίτημά της και τον Απρίλιο του 2000 πήγε στο νοσοκομείο να κάνει έκτρωση.

Εκεί, ο επικεφαλής της γυναικολογικής κλινικής αρνήθηκε να κάνει την επέμβαση, θεωρώντας ότι δεν συνέτρεχε πραγματικός λόγος. Έτσι, η Τίσιοντς αναγκάστηκε να φέρει εις πέρας την εγκυμοσύνη.
Έχασε την όρασή της σχεδόν ολοκληρωτικά.
Δεν έβλεπε τίποτα πέρα από το ένα μέτρο και άρχισε να μαθαίνει μπράιγ. Αδυνατούσε να δουλέψει και πλέον ζούσε με επιδόματα.
Πήγε το γιατρό στο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η αναπηρία της δεν συνδέεται με την άρνησή του να της κάνει έκτρωση, μια σκανδαλώδης απόφαση που ξεσήκωσε τους πάντες στη χώρα.
Η Τίσιοντς, αντί να υποκύψει στο καταφανώς εχθρικό απέναντί της σύστημα, πήγε τη χώρα της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου και, το Μάρτιο του 2007, κέρδισε και της επιδικάστηκε αποζημίωση 25.000 ευρώ.
Η μεγάλη της νίκη, όμως, ήταν η ηθική, ακόμη κι αν δεν κατάφερε να αλλάξει κάτι στους φρικαλέους νόμους της χώρας, ένα μείγμα κοινωνικής και πολιτικής συντήρησης και θρησκοληψίας.
Στην Πολωνία καταγράφονται περίπου 200 νόμιμες εκτρώσεις το χρόνο.
Και περίπου 200.000 παράνομες.
Το 2008, μια από τις παράνομες έκανα κι εγώ.
Την έχω πει την ιστορία, όποιος αντέχει, την ξαναδιαβάζει εδώ.  (Σημείωση Harddog: Δημοσιεύτηκε και στο μπλογκ, τον Απρίλιο του 2018, με τίτλο «Μια γυναικεία προσωπική περιπέτεια».

-------------

Ο Κυμπουρόπουλος γεννήθηκε ανάπηρος.
Οι πολιτικές σαν αυτή που πήγε και ψήφισε προχθές έκαναν ανάπηρη την Αλίτσια Τίσιοντς.
Και πολλές ακόμη γυναίκες, με πολλούς ακόμη τρόπους.
Το βασικό του μέλημα, ως πολιτικού που επέλεξε να είναι, θα έπρεπε να είναι να ΜΗΝ δημιουργούνται ανάπηροι ή «ανάπηροι» άνθρωποι από κακές πολιτικές.
Δεν είναι αυτό το βασικό του μέλημα.
Το βασικό του μέλημα, ως ανθρώπου με αναπηρία που είναι, θα έπρεπε να είναι η μέριμνα και η φροντίδα για τους κάθε λογής ανθρώπους που η τύχη και οι συνθήκες τούς έκαναν λιγότερο προνομιούχους από όσους στέκονται στην κορυφή της «τροφικής αλυσίδας».
Το βασικό του μέλημα θα έπρεπε να είναι η απάλειψη κάθε ανισότητας και αδικίας.
Να πάψουν να υπάρχουν «μη προνομιούχοι».
Δεν είναι αυτό το βασικό του μέλημα.
Αν μπορώ να κατανοήσω ένα πράγμα στην περίπτωσή του, αυτό είναι η αγωνία να προστατεύσει το σύστημα το οποίο του επιτρέπει να ξεχωρίσει από όσους ήταν άτυχοι όπως εκείνος.
Δεν ήταν το «μυαλό του» και η «επιμονή του» μόνο που του το επέτρεψαν αυτό, πολλοί άτυχοι έχουν και λαμπρά μυαλά και θηριώδεις επιμονές, αλλά δεν τα καταφέρνουν, διότι δεν βρίσκονται στο σωστό σημείο, τη σωστή στιγμή και με τις σωστές γνωριμίες.
Οι περισσότεροι, βασικά.
Κι έτσι, όσοι ξεχωρίζουν κι επιβιώνουν, γίνονται δακτυλοδεικτούμενοι, αντικείμενα θαυμασμού, πρότυπα, αλλά και με μια διαρκή επίγνωση και αγωνία οι ίδιοι ότι δεν είναι ο κανόνας.
Κι ότι αν ήταν ο κανόνας, η ζωή τους θα ήταν πολύ άσχημη.
Ο ίδιος ο Κυμπουρόπουλος δεν θα έπρεπε να πετάει σε μας το ερώτημα «αν η μαμά του ήξερε ότι είναι ανάπηρος, αν θα τον κρατούσε».
Θα έπρεπε να φροντίσει να μην υπάρχει αυτό το ερώτημα.
Να μην ζούμε σε έναν τέτοιο κόσμο.
Ν' αφήσει τις ηθικολογίες και τους συναισθηματισμούς και να κάνει πολιτική.
Θα έπρεπε, με λίγα λόγια, να φροντίσει να θέλει η μαμά του να τον κρατήσει, ακόμη κι αν ήξερε ότι είναι ανάπηρος...

** Το κείμενο της Μ.Δ. δημοσιεύθηκε στη σελίδα της, στο fb, τον περασμένο Μάρτιο και, φυσικά, σήμερα γίνεται ακόμα περισσότερο επίκαιρο