Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021

Ο Βασιλάκης του Άργους και ο Δημήτρης της Συκαμιάς

Στο Άργος των παιδικών μου χρόνων υπήρχε ο Βασιλάκης, ένας άνδρας ομοφυλόφιλος που κυκλοφορούσε στην πόλη με το κόκκινο κραγιόν του, τα βαμμένα νύχια του, τα πολύχρωμα μαντήλια στο κεφάλι του. Ο Βασιλάκης ήταν οξύθυμος και αν κάποιος τολμούσε να τον πειράξει ή να τον προσβάλλει στον δρόμο, άκουγε το βρισίδι της ζωής του.
Για εμάς, τα μικρά, ο Βασιλάκης ήταν κάτι εξωτικό, σαν τον πολύχρωμο παπαγάλο που κρεμόταν με το κλουβί του στην αυλή της κυρίας Μαρίας και μιλούσε. Σαφείς απαντήσεις δεν παίρναμε ποτέ για τον Βασιλάκη από τους γονείς μας και κάποια στιγμή βαρεθήκαμε και σταματήσαμε να ρωτάμε.

Ο Βασιλάκης έμενε στη γειτονιά μας, σε ένα παλιό σπίτι με μια μεγάλη αυλή, γεμάτη λουλούδια, δέντρα και γατιά. Λάτρευε την μουσική και τον χορό και δεν έχανε εκδρομή για εκδρομή, γιορτή για γιορτή, που να μην σύρει πρώτος τον χορό, που το γέλιο του να μην σκεπάζει τα ηχεία. Ακόμα θυμάμαι την ψηλόλιγνη φιγούρα του, μέσα σε εφαρμοστά κίτρινα, κόκκινα, πράσινα, τυρκουάζ και λευκά παντελόνια καμπάνα, να λικνίζεται όλο χάρη και μπρίο. Αυτή ήταν η δημόσια ζωή του Βασιλάκη που γινόταν ανεκτή ακριβώς γιατί ήταν γραφική, ελεγχόμενη και ακίνδυνη. Όμως, η ιδιωτική του ζωή ήταν σε πλήρη αντιδιαστολή με τη δημόσια. Το ότι πήγαινε και καθάριζε σπίτια παίρνοντας φραγκοδίφραγκα αντί για κανονικό μεροκάματο ήταν το λιγότερο κακό, το οποίο φυσικά γινόταν στο όνομα της καλοσύνης. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα. 

Το μεγάλο κακό γινόταν τα βράδυα, όταν το σκοτάδι κοίμιζε τη μικρή, συντηρητική μας πόλη, αλλά κρατούσε ξάγρυπνη την υποκρισία της. Τότε η πόρτα του Βασιλάκη άνοιγε με το έτσι θέλω και το κορμί του δεχόταν κάθε καρυδιάς καρύδι: από τον υπεράνω υποψίας οικογενειάρχη, που κάθε Κυριακή πρωί ήταν πρώτος και καλύτερος στην εκκλησία, μέχρι τον τελευταίο ξενύχτη μεθύστακα. 

Κάποιοι από αυτούς τον χτυπούσαν και είναι εντυπωσιακό ότι η αιτιολόγηση για τους μώλωπες του Βασιλάκη ήταν ότι έπεφτε και χτυπούσε από τον πολύ χορό. Αυτό είχε εφεύρει η πόλη για τη βία απέναντι στον Βασιλάκη, αυτό επαναλάμβανε και ο Βασιλάκης για τη βία της πόλης που δεχόταν. 

Έτσι έζησε ο Βασιλάκης των παιδικών μου χρόνων. Με τις μέρες του και τις νύχτες του. Τις μέρες έβριζε όποιον πήγαινε να τον προσβάλλει, φορούσε το κραγιόν του, χόρευε και γελούσε. Αισθανόταν κυρίαρχος. Τις νύχτες η πόλη έδειχνε στον Βασιλάκη ποιος είναι ο πραγματικός κυρίαρχος με καταναγκαστικό σεξ και ξύλο. Το τίμημα για ένα κομματάκι δημόσιας ζωής. Το τίμημα για λίγο κραγιόν πάνω σε αντρικά χείλη. 

Ο Βασιλάκης του Άργους θα έπρεπε να λέγεται Βασίλης και ο Δημήτρης της Συκαμιάς θα έπρεπε να λέγεται Δήμητρα. 

Ελαφρύ το χώμα.

Χριστίνα Καπετανοπούλου
(Από το fb)