Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

«Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά!»

Η φετινή Ανάσταση είναι ξεχωριστή. Όπως και η περσινή που την κάναμε στα μπαλκόνια μας, με συναισθήματα πρωτόγνωρα και αξέχαστα για όλη μας τη ζωή. Προσπαθήσαμε πέρσι να τα αποτυπώσουμε εδώ, σε λίγες από καρδιάς λέξεις, γράφοντας ανάμεσα σε άλλα: «Ανοργάνωτα· χωρίς διαδικτυακά καλέσματα· χωρίς ''βγείτε και χειροκροτήστε''· χωρίς συνθήματα από ομάδες ή αρχηγούς ψηφιακής αγέλης. Στο παρά ένα από τα άγια Μεσάνυχτα βγήκαμε στο μπαλκόνι με αναμμένα κεράκια· στο και ένα εκπλαγήκαμε εμείς οι ίδιοι από εμάς τους ίδιους, με αυτό που γινόταν. Όλη η γειτονιά στο φως και στους πανηγυρικούς κρότους. Και αργότερα μαθαίναμε ότι ήταν το ίδιο σε όλο τα οικοδομικά τετράγωνα της περιοχής, σε όλην την πόλη, σε όλον τον νόμο, σε όλην την Ελλάδα. Ένας ταυτόχρονος βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το πλανταγμένο στήθος τής χώρας».

Φέτος η απόφαση να γίνει η Ανάσταση στις 9 το βράδυ, και όχι στις 12, προκάλεσε αντιδράσεις. Οι μεγαλύτερες από τον μητροπολίτη Κυθήρων. Θα αναστήσει, λέει, στις 5 τα ξημερώματα γιατί τότε αναστήθηκε ο Χριστός και οποιαδήποτε άλλη απόφαση προσβάλλει το δόγμα! Αλλά είναι γνωστό ότι παλιότερα στην Ελλάδα, αλλά ακόμα και σήμερα, σε κάποια χωριά η Ανάσταση γινόταν νωρίτερα, σε διαφορετικές ώρες, για να προλάβει ο μοναδικός ιερέας μιας περιφέρειας να επισκεφθεί όλες τις εκκλησίες που βρίσκονταν στα δικά του καθήκοντα.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στη «Αναφορά στον Γκρέκο» περιγράφει μια τέτοια Ανάσταση σε διαφορετικές ώρες. Ο Κρητικός παπα-Καφάτος έτρεχε να προλάβει το Χριστός Ανέστη στον τελευταίο ναό της περιοδείας του, όπου οι πιστοί περίμεναν με αναμμένα κεριά. Ο ιερέας έφτασε λαχανιασμένος:

«(...) Όλοι πετάχτηκαν έξω· ρόδιζε πιά η ανατολή, ο ουρανός γελούσε. Βαριά ανάσα ακούστηκε, τα τσοπανόσκυλα γάβγισαν χαρούμενα· κι ολομεμιάς, πίσω από ένα σγουρό πουρνάρι, ξεστηθωμένος, συνεπαρμένος από τους πολλούς Χριστούς που ’χε αναστήσει, πετάχτηκε μαύρος, απόκοντος, με ξέπλεκα μαλλιά, ο γερο-παπα-Καφάτος.

Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος· έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες:

- Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε.

Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη· δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία· πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά {...}»