Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Ο μονόλογος μιας νιφάδας...

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΕΝΔΡΙΝΟΥ* 

Έχετε αναρωτηθεί πόσο λίγο ζει μια νιφάδα χιονιού; Η κυοφορία της κρατά πολύ περισσότερο από την ίδια της τη ζωή! Αφού τώρα που το σκέφτομαι νομίζω ότι η ανακύκλωση θα έπρεπε να έχει σήμα εμάς, τις νιφάδες  χιονιού. Ζει λιγότερο κι από τους προπονητές της Λάρισας! Αφού λοιπόν ζω τόσο λίγο είναι βέβαιο πως δεν θα σας κουράσω. Απλά βιάζομαι να

σας πω την ιστορία μου πριν πέσω στο έδαφος και… διαλυθώ. Γίνω νερό ή λάσπη.
Κι εγώ μέχρι πριν λίγο… πετούσα στα σύννεφα. Εκεί με τις φίλες μου συζητούσαμε τα μέρη που θέλουμε να ταξιδέψουμε. Οι περισσότερες ήθελαν να πάνε στη Βόρεια Ευρώπη. Άντε στην Ελβετία. Μέχρι εκεί. Από εκεί και κάτω είναι… βρώμα.
Για εμάς τις νιφάδες ο ευρωπαϊκός νότος είναι δυσμενής μετάθεση. Στον βορρά το πιθανότερο είναι να σκάσεις επάνω σε μια πίστα για σκι, σε ένα χιονισμένο τοπίο βρε αδερφέ και να  πάρεις παράταση ζωής. Αντίθετα στο νότο που να φτουρήσεις. Θα ανακατευτείς με τη λάσπη και η λευκή ομορφιά σου θα γίνει σκούρα βρώμα!

Εγώ δεν είχα μέσον. Άλλες ήταν πιο ικανές στις σχέσεις τους με τους ανέμους. Τους έκαναν τα κέφια, κουνήθηκαν και πήραν έγκαιρα θέσεις. Εγώ κι οι άλλες φίλες μου πήραν το δρόμο του νότου. Άκουγα ότι η εμφάνισή μας σκορπά χαρά. Ειδικά στα παιδιά. Θέλουν να παίξουν μαζί μας. Μας θρέφει η χαρά του κόσμου. Αυτά άκουγα κι έλεγα… δεν πειράζει. Κι ο νότος καλός είναι. Θα δώσουμε χαρά αφού όλοι περιμένουν να δουν άσπρη μέρα.

Τι κρίμα που διαψεύστηκα. Πριν ακόμα πέσω στο έδαφος ο κόσμος έτρεχε να κρυφτεί. Η πρώτη κουβέντα που άκουσα ήταν:
- Κωλόκαιρος. Θα μας πάρει το κεφάλι πάλι το πετρέλαιο. 
Τι σχέση έχει ο «μαύρος χρυσός» με τη «λευκή ομορφιά».
Λίγο αργότερα άκουσα μια χοντρή να στριγγλίζει:
- Λούλα φόρα τηn κουκούλα και tα γάντια. Δεν σου έχει περάσει το συνάχι…
Και το κοριτσάκι έτρεξε να χωθεί στο χοντρό πλαστικό μπουφάν του.

Λίγο πιο πέρα δύο τύποι ρακένδυτοι που κρατούσαν κάτι χαρτονένια κουτιά άρχισαν να τα βάζουν με τη τύχη τους:
- Μέχρι τώρα είχαμε τη παγωνιά. Ήρθε και το χιόνι κι έδεσε το γλυκό. Όλα στραβά πάνε για μας τους άστεγους.

Μόλις προσγειώθηκα σ’ ένα λεπτό στρώμα χιονιού άκουσα ένα μηχανάκι να φρενάρει. Ο αναβάτης του έχασε την ισορροπία του κι έπεσε κάτω. Ευτυχώς δεν χτύπησε. Άκουσα όμως ένα οδηγό να του φωνάζει:
- Πρόσεχε ρε μαλάκα. Δεν ξέρεις πως το χιόνι γίνεται πάγος και γλιστρά.
Ήδη έχω αρχίσει να σβήνω. Μου μένει πολύ λίγη ζωή ακόμα. Ξεψυχάω. Άτιμη ζωή. Που ήρθα κι έπεσα. Σε ένα κόσμο που δεν μπορεί να χαρεί ούτε με τα μικρά. Εγώ φταίω. Έπρεπε να κουνιόμουν στον άνεμο. Καλύτερες ήταν οι άλλες; Ήθελα να το παίξω τίμια και ηθική. Καλά να πάθω…

*Το κείμενο αναρτήθηκε στη σελίδα του Άγγελου Μενδρινού, στο fb