Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2021

Απανθρωπιά...

Η ΠΙΟ «ΚΡΥΜΜΕΝΗ» 
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ - Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΤΗ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ - Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΙ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ 

της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΟΥΣΗ 

Ένα Πάσχα της προηγούμενης χιλιετίας, όταν ακόμη αυτό είχε νόημα να το κάνεις, είμαι στη Μύκονο. Είναι Μεγάλη Παρασκευή βράδυ και περπατάμε με ένα φίλο προς τα Άστρα, της κακομοίρας παντού, μουσικές, κόσμος, Μύκονος είπαμε, τις σωστές εποχές, όχι τώρα που πάνε μόνο οι πτωχευμένοι και εσαεί πεινασμένοι χλιδάφραγκοι. Καθώς περπατάμε, πέφτει το βλέμμα μου σε ένα παραθυράκι πάρα πολύ μικρό, μινιατούρα, αυτά των παλιών σπιτιών, σ' ένα κτήριο με τη βία τρία μέτρα σε πλάτος κι από μέσα ένα πολύ αχνό φως. Πάω και κολλάω τη μούρη μου στο βρώμικο τζάμι. Είδα μέσα κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, απόδειξη ότι το θυμάμαι μια χιλιετία αργότερα. Μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα ήταν καθιστή, σκυφτή και ακίνητη μπροστά σε ένα μοναδικό κερί που φώτιζε το χώρο της μικρότερης και πιο «κρυμμένης» εκκλησίας που έχω δει στη ζωή μου. 

Για κάμποση ώρα έμεινα με τη μούρη κολλημένη στο τζάμι και με κάποιον τρόπο μεταφέρθηκα στην εσωτερική γαλήνη και αποκόπηκα από την εξωτερική φασαρία, ήταν τόσο πολλές οι αντιφάσεις που χώριζε μόλις ένας τοίχος, που δεν επαρκεί ένα κείμενο για να τις περιγράψεις. Ήταν θεμελιακές αντιφάσεις ανθρώπινης κατάστασης. 

Χρόνια αργότερα, σε μια πιο αισθητικά αναβαθμισμένη δεκαετία της ζωής μου, είναι πάλι Πάσχα και είμαι στη Μονεμβασιά. Κάνουμε Ανάσταση, τίγκα το κάστρο στον κόσμο, σε ντε τε διαλύονται όλοι ανησύχως και πεινασμένοι να πάνε να πέσουν στις μαγειρίτσες. Η γιορς τρούλι που ΔΕΝ τρώει μαγειρίτσες και κοκορέτσια και τέτοια βιλγκέρ, αφήνει τους άλλους και πάει βόλτα στη μοναδική πλατεία, όπου βρίσκεται και η μοναδική εν λειτουργία εκκλησία του κάστρου (φωτό). Απέραντη ησυχία εκεί όπου πριν από μια ώρα γινόταν της μουρλής και μόλις 20 μέτρα από εκεί όπου γινόταν σφαγή με τις μαγειρίτσες. Η εκκλησία ανοιχτή, όμως. Και μέσα, δώδεκα άνθρωποι όλοι κι όλοι (τους μέτρησα), παρακολουθούν τη λειτουργία, η οποία όπως έμαθα τότε δεν τελειώνει στις 12, αλλά καναδύο ώρες αργότερα. Όχι όλοι ηλικιωμένοι. Αλλά όλοι σκυφτοί. Μετάνιωσα πολύ που και στις δύο περιπτώσεις δεν μπήκα στις εκκλησίες –τη μικρή της Μυκόνου και τη μεγαλύτερη της Μονεμβασιάς– να μιλήσω με αυτούς τους ανθρώπους και να τους ρωτήσω τι ήταν αυτό που αναζητούσαν σκυφτοί στις εκκλησίες όσο όλοι οι άλλοι διονυσιαζόμασταν απ' έξω απ' αυτές. Συγχώρεση; Ανακούφιση του πόνου ή του φόβου; Ηρεμία; Σύνδεση με κάτι μεγαλύτερο από τη δική τους ύπαρξη; Κάπου να ακουμπήσουν το, αβάσταχτο κάποιες φορές πράγματι, βάρος αυτής της ύπαρξης; 

Ό,τι κι αν είναι αυτό που αναζητούν, όποια έκφανση της ανθρώπινης αδυναμίας, της ανθρώπινης ευθραυστότητας, είναι σαν ένα χέρι που βγαίνει από το στέρνο με την παλάμη απλωμένη προς τα πάνω, με τις φλέβες να πετάνε, με τα δάχτυλα τεντωμένα, με την υπαρξιακή αγωνία να στάζει ανάμεσά τους σαν αίμα. Είναι η κραυγή του ανθρώπου που φοβάται και δεν βρίσκει καταφύγιο σε καμία λογική εξήγηση γύρω του. Όλοι αυτοί –εκκλησίες και πολιτείες, θεσμοί και άτομα–  που με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλεύονται και εργαλειοποιούν και κερδοσκοπούν πάνω σ' αυτήν τη θεμελιώδη αγωνία του ανθρώπου, βρίσκονται στον πάτο της ανθρώπινης κατάστασης. Θα έπρεπε να δικάζονται και να καταδικάζονται όχι για παραβίαση των νόμων περί κορωνοϊού, αλλά για το μεγαλύτερο έγκλημα όλων: την απανθρωπιά.

**Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σελίδα της Μ.Δ., στο fb