Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2021

Ξεφυλλίζοντας ξανά το Τάλγκο...

...ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Το διαβασμένα βιβλία στη βιβλιοθήκη είναι φωνές που σιωπούν. Κάποια ολόκληρες δεκαετίες. Διακριτικά σιωπούν περιμένοντας το χέρι που θα τα ξαναπιάσει, το ενδιαφέρον τού αναγνώστη που θα τα ξαναζωντανέψει. Αλλά είναι τόσα πολλά που χρειάζονται δυο ζωές για να τα προλάβεις. Ο θάνατος του Βασίλη Αλεξάκη με οδήγησε στο ολιγοσέλιδο Τάλγκο –μόλις 130 σελίδων–, ταλαιπωρημένο από την κιτρινίλα τού χρόνου, πνιγμένο και χαμένο, έτσι ισχνό που ήταν, ανάμεσα σε ογκώδη βιβλία πεντακοσίων και εξακοσίων σελίδων. Έκδοση Εξάντα, αφιερωμένο, έγραφε ο συγγραφέας, «Στη  μητέρα μου», «copyright Βασίλης Αλεξάκης 1980», τυπωμένο, σημείωνε στην τελευταία σελίδα, «το Νοέμβρη του 1980 για λογαριασμό του Εξάντα». Δηλαδή θα πρέπει να διάβασα το Τάλγκο τέλη τού ’80, αρχές του ’81, χρονιές ανεξίτηλες –και ας βρίσκονται τέσσερις δεκαετίας πίσω. 

Φρέσκαρα στη μνήμη μου αυτόν τον ερωτικό ύμνο και το πόνο της απόρριψης. Είναι ο μονόλογος μιας γυναίκας για τον άνδρα που τη συγκλόνισε, την απογείωσε σε ερωτικά ύψη που ουδέποτε είχε φτάσει· και μετά… Μετά τη διέλυσε! Μονόλογος γραμμένος σε πρώτο ενικό, με λεπτή θηλυκή ευαισθησία από έναν άντρα, τον Αλεξάκη. Εξαιρετικό αυτό το ανεπίδοτο, κάτι σαν γράμμα, που γράφει σταδιακά, για καιρό, στη γραφομηχανή της η Ελένη και απευθύνεται στον γοητευτικό Γρηγόρη, καθηγητή πανεπιστημίου που ζει και διδάσκει στο Παρίσι. Μια γνωριμία σε ετερόκλητη παρέα ταβέρνας στο Κουκάκι, μια συνεχής διαδρομή Αθήνα-Παρίσι, μια ερωτική κορύφωση στη  Βαρκελώνη, που περιγράφεται με σαρωτικό τρόπο: 

«Εμείς παιδί μου σαν να είχαμε στερηθεί τη χαρά αυτή μια ζωή ολόκληρη! Σαν να ήταν η πρώτη φορά, ίσως και η τελευταία. Κάναμε έρωτα όπως τρώει ο Καραγκιόζης, με βουλιμία, μέχρι σκασμού. Καλά καλά δεν προλαβαίναμε να καπνίσουμε ένα τσιγάρο κι άντε πάλι από την αρχή. Κοντέψαμε να κάψουμε τα σεντόνια, να διαμελίσουμε το κρεβάτι». 

Βρήκα στις αρχικές σελίδες εκείνου του βιβλίου –μάλλον σαν πρόχειρο σελιδοδείκτη– ένα παλιό Εθνικό Λαχείο (ήταν η νεανική αβέβαιη εποχή που, ακόμα, περιμέναμε  μυθικές οικονομικές λύσεις από ένα λαχείο!) Έπεσε το μάτι μου σε μια ακόμα από τις παραγράφους που είχα σημειώσει. Αντιγράφω: 

«Θέλεις, λες, να μείνουμε φίλοι, να βλεπόμαστε όταν έρχεσαι στην Αθήνα, να τηλεφωνιόμαστε, ν' αλληλογραφούμε πότε-πότε (μια φορά τον μήνα) αλλά φιλικά. Ισχυρίζεσαι ότι έτσι θα είναι καλύτερα και για τους δύο, αν δεν πάρουμε μια απόφαση θα ταλαιπωρηθούμε χειρότερα, και δεν θέλεις να ταλαιπωρηθώ, αυτό κυρίως σε απασχολεί, να μην ταλαιπωρηθώ εγώ γιατί μ’ αγαπάς, θα καταλάβω με τα χρόνια πόσο μ’ αγαπάς.

»Να σου πω την αλήθεια, δεν το αποκλείω, ναι, μπορεί να μ’ αγαπάς, αλλά σαν φίλη, δηλαδή τι θα πει σαν φίλη; Ότι αν βρεθώ στην ανάγκη θα μου στείλεις λεφτά; Ότι αν με χτυπήσει αυτοκίνητο θα μεσολαβήσεις να με βάλουν σε μονό δωμάτιο στο ΚΑΤ; Ότι αν πεθάνω θα κινήσεις γη και ουρανό να μου βρεις σε κεντρικό νεκροταφείο με άγαλμα και πλούσια βλάστηση, μα είναι σωστός παράδεισος;»

Φυσικά, το Τάλγκο πήρε άμεση προτεραιότητα για να το διαβάσω πάλι, μετά από περίπου σαράντα χρόνια. Άρχισα ήδη. Λογικά, το προλαβαίνω σε αυτήν τη ζωή...

Δ.Β.

(Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ για «Μου αρέσει», αν φυσικά σας αρέσει, ή για «Ακολουθήστε»)