Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2021

Η άμυνα του Πέτρου...

Ο Πέτρος Κωστόπουλος το βράδυ της Πέμπτης, στην εκπομπή του Γρηγόρη Αρναούτογλου στον Αντένα, μας έδωσε την εικόνα ενός κουρασμένου ανθρώπου -ψυχικά κουρασμένου, τουλάχιστον-, ενός άλλοτε νικητή που έχει την ανάγκη να εξηγήσει τις αιτίες της ήττας του. Αυτό που εξέπεμψε έμοιαζε με αντ-επίθεση, αλλά στην ουσία ήταν μια απεγνωσμένη άμυνα στις επιθέσεις που δέχεται. Ανέσυρε από

τη διαδρομή της ζωής του γνωστές, αλλά και άγνωστες καταστάσεις, λες και ήθελε να εισπράξει θαυμασμό όχι μόνο για το περασμένο επιχειρηματικό του μεγαλείο, αλλά για τα μαχητικά νιάτα του (το βράδυ του Πολυτεχνείου, είπε, βγήκε από το ίδρυμα και έσπαγε φαρμακεία για να βρει φάρμακα), για τις σπουδές του (μεταπτυχιακό και κατόπιν ντοκτορά σε οικονομικό τομέα), για το αγωνιστικό παρελθόν τού πατέρα του (μαχητής της Αριστεράς), για την αναγνώριση που είχε  ως κορυφαίος dj, για τη γαλαντομία του ως εργοδότης (μεγάλοι μισθοί, 500 εργαζόμενοι ενώ αποδείχθηκε στην κρίση ότι η ίδια δουλειά μπορούσε να βγαίνει με 350), για τις σπουδές της κόρης του στο Μπέρκλεϊ ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, το τελείωσε σε τρία χρόνια αντί σε τέσσερα»), για τις άριστες σχέσεις με τα παιδιά του.

Από την άλλη, προσπάθησε να αναδείξει ανθρώπινες πλευρές της ζωής του, μαζί με παράπονα –και αυτά ανθρώπινα. Αναφέρθηκε, δηλαδή, σε πράγματα που δεν προκαλούν θαυμασμό, αλλά συμπάθεια –ακόμα και οίκτο. Μίλησε για την κατάθλιψη που πέρασε, για τη σκέψη της αυτοκτονίας, για την εγκατάλειψη από «φίλους» (και τους μεγαλόσχημους, τους πάνω από αυτόν, και τους άλλους, εκείνους  που είχε βοηθήσει), για το τηλέφωνό του που «δεν χτυπούσε ποτέ», για αποκλεισμό του από δουλειές, για τον ηλικιακό ρατσισμό ο παππούς με τον κοπέλα»), για το σεβαστό ποσόν που είχε μαζέψει, από άλλες δουλειές και το είχε για τα παιδιά του («αυτό που δεν ακουμπιέται») αλλά το ξόδεψε, για τους γονείς του που δεν τον ήθελαν όταν ακόμα ήταν έμβρυο στην κοιλιά, για την κακή γέννα του με τυλιγμένο στον λαιμό τον λώρο, για το μελανιασμένο εξ αυτού σώμα του που έκανε τον πατέρα του να νομίσει ότι ήταν μαυράκι (γιατρέ πάω να πιώ ένα τσίπουρο, θα γυρίσω σε μια ώρα κι αν δεν έχει γίνει άσπρο «πέθανες εσύ, αυτό και εκείνη»), για το παρεξηγημένο «σας ξεβλάχεψα» (το είχε πει, ανέφερε, για τον εαυτό του, καθώς ξεβλάχεψε πολλές φορές: όταν ήρθε στην Αθήνα από τον Βόλο, όταν πήγε στο Παρίσι, όταν δούλεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κέρδισε πολλά χρήματα που άλλαξαν τον τρόπο που ζούσε).

Ο Πέτρος Κωστόπουλος μίλησε την Πέμπτη πολύ, γέλασε πολύ –έδωσε την εντύπωση ότι το έκανε βεβιασμένα, ήταν το γέλιο της πίκας και της πίκρας–, έκανε γκριμάτσες και χειρονομίες (πυροβολισμός με το δάχτυλο στον κρόταφο κ.ά.).  Ήταν η άμυνα ενός ανθρώπου που βάλλεται, ίσως όχι αδικαιολόγητα. Γιατί ο κόσμος, ο πολύς κόσμος, ο μέσος Έλληνας, ενοχλήθηκε από το μοντέλο ζωής που λάνσαρε ο Κωστόπουλος με τα έντυπά του, από τα ξενόφερτα μοντέλα ντυσίματος, διατροφής, διασκέδασης, κοινωνικής προβολής, διακοπών, συμπεριφοράς

Ως εκδότης ο Κωστόπουλος δημιούργησε και μια κατηγορία δημοσιογράφων του λάιφτσάιλ, έτσι ώστε το μοντέλο ζωής που πρότεινε διαχύθηκε στον ελληνικό Τύπο. Έγκλημα είναι αυτό; Δεν είναι. Είναι φαινόμενο, είναι σημάδι που έχει η εποχή –και κάθε εποχή έχει τα δικό της πρότυπα, στραβά ή όχι. Άλλοι εκδότες μπορεί να έχουν κάνει τα πραγματικά εγκλήματα. Πιθανόν ακόμα και εκβιασμούς που δεν αποδεικνύονται. Στο εκδοτικό παρελθόν τού Κωστόπουλου δεν υπάρχουν τέτοια Υπάρχει όμως αυτή η σαμπανιζέ δημοσιογραφία που τροφοδότησε με ιδέες τους «Δήθεν» τής χώρας στην εποχή της ευμάρειας. Και αυτό προκάλεσε αποστροφή την οποία εισέπραξε μετά την πτώση ο πρώην εκδότης.  

(Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ για «Μου αρέσει», αν φυσικά σας αρέσει, ή για «Ακολουθήστε»)