Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021

Η ιστορία της πέτρας του Μον Παρνές

Η ΜΑΡΙΑ ΔΕΔΟΥΣΗ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΝΗΘΑ, ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΔΕΚΑΕΤΙΩΝ - ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ...

Ήταν η εποχή της Πάρνηθας.
Μέναμε τα Σαββατοκύριακα στο Μον Παρνές, οι γονείς μου πήγαιναν τα βράδια στο Καζίνο. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι η μητέρα μου έπαιζε πάντα στη ρουλέτα και ο πατέρας μου μπλακ τζακ, γεγονός που θα μπορούσε από μόνο του να περιγράψει επαρκώς την οικογένειά μας.

Για μένα -στην πρώτη δεκαετία της ζωής μου τότε- όλα αυτά ήταν πολύ εντυπωσιακά, μαγικά σχεδόν:
Το τεράστιο ξενοδοχείο στην κορφή του πιο ψηλού βουνού στον κόσμο, οι καλοντυμένοι άντρες και γυναίκες, η αχανής αίθουσα με τις ρουλέτες που έμπαινα κρυφά τα πρωινά με την ανοχή του καλού κυρίου που μου άνοιγε, ο βραδινός μπουφές στο εστιατόριο με τη μεγάλη τζαμαρία που πλησίαζαν διστακτικά τα ελάφια και βέβαια, μετά, η θέα της φωτισμένης Αθήνας από το δωμάτιο.
Και πάνω απ΄ όλα οι Κυριακές, όταν πηγαίναμε βόλτα με το μπαμπά μου στις «πέτρες».

Τρώγαμε πρωινό κάπως αργά γιατί είχαν ξενυχτήσει και μετά φεύγαμε οι δυο μας να περπατήσουμε στο βουνό, δίπλα στο ξενοδοχείο.
Μια μέρα, όπως καθόμασταν σε μια πλαγιά και μιλάγαμε, πήρε μια πέτρα και την πέταξε προς τα κάτω.
Έκανα κι εγώ το ίδιο.
Με κοίταξε και μου είπε «σκέψου πόσο πρέπει να μας ευγνωμονούν αυτές οι πέτρες. Είναι στο ίδιο σημείο, ακίνητες, εδώ και ποιος ξέρει πόσα χρόνια. Χιλιάδες ίσως. Βλέπουν πάντα την ίδια εικόνα, δεν ξέρουν τίποτα από τον κόσμο, πρέπει να είχαν πεθάνει από πλήξη. Κι εμείς τους δώσαμε την ευκαιρία να δουν κάτι άλλο. Τον κόσμο αλλιώς...»
Από τότε, κάθε Κυριακή πρωί πηγαίναμε πάντα στις «πέτρες» και δίναμε σε κάμποσες απ' αυτές την ευκαιρία να δουν τον κόσμο αλλιώς, πετώντας τις στην πλαγιά, βγάζοντάς τις από τη μιζέρια της ακινησίας τους και πάντα συγχαίραμε ο ένας τον άλλον για την καλή μας πράξη και γελάγαμε.
Μετά τελείωσε η εποχή της Πάρνηθας.
Αλλά η ιστορία με τις πέτρες με συντρόφευε πάντα και με διάφορους τρόπους στη ζωή μου.
--------------
Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια πριν ξανανέβω.
Το Μον Παρνές είχε κλείσει σαν ξενοδοχείο, το κτήριο ήταν παλιό και σχεδόν εγκαταλελειμμένο, το βουνό όχι πολύ ψηλό, δεν υπήρχε τίποτα το μαγικό πια σ' όλα αυτά, μόνο αυτή η θλίψη όταν θυμάσαι πόσο εντυπωσιακό και μεγάλο σου φαινόταν κάτι κάποτε και πόσο ασήμαντο σου φαίνεται το ίδιο πράγμα τώρα.
Πήγα στις πέτρες.
Ήθελα να βρω κάποια από αυτές και να τη ρωτήσω πώς της φάνηκε η άλλη όψη του κόσμου, αν θα ήθελε ενδεχομένως να τη βοηθήσω να δει και πάλι κάτι διαφορετικό.
Είδα μια, χαμηλά στην πλαγιά και παρά τον απόλυτο τρόμο που νιώθω για το κενό κατέβηκα δίπλα της.
Πριν προλάβω ν' ανοίξω το στόμα μου, με κοίταξε θυμωμένη, με μίσος σχεδόν.
«Εσύ...», είπε.
«Ώστε με θυμάσαι».
Δεν απάντησε. Συνέχισε να με κοιτάει θυμωμένη.
Έσπευσα να απολογηθώ: «Συγνώμη που άργησα να ξανάρθω, ήθελα, αλλά έγιναν πολλά...»
«Καλύτερα να μην ξαναρχόσουν ποτέ», μου είπε. «Από κείνη τη στιγμή που με πέταξες εδώ, κάθε μέρα σε μισώ και περισσότερο».
Αιφνιδιάστηκα.
«Μήπως δεν θυμάσαι καλά; Είμαι εγώ που σε βοήθησα να μετακινηθείς, να δεις τον κόσμο αλλιώς»...
Η πέτρα άλλαξε χρώμα από το θυμό της, μεγάλωσε, γιγαντώθηκε και ορθώθηκε απειλητικά μπροστά μου.
«Με βοήθησες; ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕΣ; Ηλίθιε, επηρμένε άνθρωπε... Ποιος σου είπε ότι ήθελα να δω τον κόσμο αλλιώς; Να μετακινηθώ; Τι νομίζεις ότι είσαι; Ο αυτόκλητος μεσσίας των πετρών; Με ρώτησες αν ήθελα να με “βοηθήσεις”; Αν ήθελα να αλλάξει κάτι στη ζωή μου; Αν θα ήμουν πιο ευτυχισμένη
εδώ;»

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Εγώ μια βαθύτερη.
Τραβήχτηκα πίσω. Γλίστρησα στην άκρη, κόντεψα να πέσω στο κενό που τόσο φοβάμαι.
«Είσαι και ηλίθια», μου είπε. «Φοβάσαι μια μικρή και ασήμαντη πέτρα, νομίζεις ότι μπορώ να σου κάνω κακό. Άμα μπορούσα, δεν θα καθόμουν εδώ πάνω να κλαίγομαι»...
Πάτησα λίγο πιο γερά. Με κοίταξε στα μάτια.
«Με ρώτησες αν μπορούσα να αντέξω να δω τον κόσμο αλλιώς; Αν μπορούσα ν' αντέξω να δω ότι υπάρχει κι άλλη όψη του;», είπε ξέπνοα και κάπως θλιμμένα και ξανάγινε μικρή.
Γύρισα να φύγω.
«Να θυμάσαι», την άκουσα να λέει πίσω μου, «λίγες πέτρες θέλουν πραγματικά να κυλήσουν. Κι αυτές βρίσκουν τον τρόπο από μόνες τους».
Το θυμάμαι.

*** Ο μπαμπάς της Μαρίας... Είναι ο άνθρωπος που, κατά κάποιον τρόπο, πρωταγωνιστεί στο πρώτο μέρος αυτής της ωραίας, λίγο πραγματικής και λίγο αλληγορικής, ιστορίας. Θυμηθήκαμε ότι πριν από αρκετά χρόνια είχε γράψει για εκείνον τον (κάπως μυστηριώδη, έλεγε) άνδρα που έφυγε νωρίς από τη ζωή. Και αναζητήσαμε στον Harddog το θέμα. Ήταν 14 Απριλίου 2015 -πώς πέρασαν κοντά έξι χρόνια από τότε, μυστήριο! Διαβάστε το εδώ, είναι μια εξαιρετική προσωπική εξομολόγηση και σε ένα υπέροχο κείμενο.

(Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ για «Μου αρέσει», αν φυσικά σας αρέσει, ή για «Ακολουθήστε»)