Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Η Μαρία που κυνηγούσε μαμούθ...

...ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΠΑΓΩΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΜΕ ΤΗ ΒΡΩΜΕΡΗ ΑΝΑΣΑ

Κυνηγούσα πολλά χρόνια μαμούθ. Είναι εύκολο να κυνηγήσεις μαμούθ, θα σας πω άλλη φορά την τεχνική. Τα μαμούθ είναι μεγάλα αλλά είναι κουτά και νομίζουν ότι το μέγεθός τους είναι η δύναμή τους, αλλά στην πραγματικότητα είναι η αδυναμία τους. Κυνηγούσα, λοιπόν, πολλά χρόνια μαμούθ, έχουν ωραίο κρέας, λίγο σκληρό, αλλά αν το βράσεις
πολλή ώρα μαλακώνει κι επίσης μετά από λίγο καιρό διαπιστώνεις ότι, όπως συμβαίνει με κάθε είδος κυνηγιού, δεν το κάνεις πλέον για τροφή, αλλά για το σπορ.

Είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να βλέπεις απέναντί σου τον γίγαντα να νομίζει ότι σ’ έχει για πλάκα και τελικά να τον καρφώνεις στο μάτι. Είναι αυτό το τελευταίο πράγμα που βλέπεις στο άλλο μάτι, το σώο: Η έκπληξη. Το τελευταίο που θα νιώσει στη μίζερη, ογκώδη και άκαμπτη ζωή του. 

Και είναι και το άλλο: Όλοι πάντα έτρεχαν μπροστά στα μαμούθ, ήμασταν λίγοι εκείνοι που μείναμε να τα πολεμάμε, τον έναν τον κάρφωσε ένας χαβλιόδοντας μια μέρα που ήταν απρόσεκτος, που έγινε υπεροπτικός βασικά,  ένας άλλος γέρασε και σταμάτησε, ασχολείται πλέον με φραγκόκοτες, ένας τρίτος έχει μείνει, αλλά αυτός κυνηγάει στην Αγγλία, επιμένει ότι εκεί τα μαμούθ είναι πιο νόστιμα, ανοησίες, ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι νόστιμο στην Αγγλία, μόνο το ουίσκι. Δεν έχω μαγειρέψει, btw, ποτέ μαμούθ με ουίσκι, πιστεύω ότι θα είναι γλύκισμα.

Μια μέρα, που λέτε, την είχα στήσει σε ένα μικρομεσαίο μαμούθ, βαριόμουν κάπως, ένιωθα κουρασμένη, σκεφτόμουν σοβαρά να τα παρατήσω να πάρω σύνταξη, αλλά είναι ενάντια στην ιδιοσυγκρασία μου να πληρώνομαι χωρίς να προσπαθώ για το reward, η φυλή έχει άλλη άποψη -εκείνη την ημέρα συζητούσαν τα εφάπαξ στη σπηλιά, αλλά έτσι κι αλλιώς εμένα δεν με νοιάζει και πολύ τι κάνει η φυλή. Πιο πολύ νοιάζει τη φυλή τι κάνω εγώ.

Κι εκεί που περίμενα το ηλίθιο μαμούθ να έρθει, ξαφνικά ακούω ένα θόρυβο δίπλα μου και γυρίζω και βλέπω σε απόσταση αναπνοής (πολύ βρώμικης για να πω την αλήθεια), ένα λιοντάρι, απ’ αυτά με τα μακριά, σουβλερά δόντια. Ήταν τρεις φορές το μέγεθός μου.

Με κοιτάει, το κοιτάω, λέω πάει, αυτό ήταν, δεν θα πάρω ποτέ σύνταξη, αλλά έτσι κι αλλιώς ποια σύνταξη, Μαρία πες πέντε πατερημά, αλλά ούτε αυτό μπορούσα να κάνω, διότι δεν πιστεύω.

Και κάπως έτσι, κοιτώντας το λιοντάρι με τη βρωμερή ανάσα, στα μάτια, ένιωσα τους ώμους μου να παγώνουν. Και η παγωμάρα κατέβηκε σιγά σιγά στα χέρια, ταυτόχρονα και στα δύο, κι ενώ δεν τρέχεις με τα χέρια αλλά με τα πόδια, η παγωμάρα στα χέρια μού είπε ότι  ούτε να τρέξω ούτε και να παλέψω.

Και έμεινα εκεί να κοιτάω το λιοντάρι. Εκείνο άνοιξε το στόμα του, νόμιζα ότι θα με έτρωγε, αλλά απλά χασμουρήθηκε.

Είσαι βλαμμένη”, μου είπε.
“Βρωμάει η ανάσα σου”, του απάντησα.
Κοίτα, η αλήθεια είναι ότι πρέπει να πάω στον οδοντίατρο”, μου είπε, “αλλά δεν είμαστε εδώ για small talk, συγκεντρώσου”.

Συγκεντρώθηκα. Η παγωμάρα πέρασε, αλλά παρέμεινα ακίνητη.

“Με πάγωσες”, του είπα.

Φυσικά”, απάντησε, “και άμα θες θα σε παγώνω κάθε φορά που θα σου έρχομαι στο μυαλό”.
Εκτός άμα θες να σε φάω τώρα να τελειώνουμε”, συμπλήρωσε.

Δεν ήμουν βέβαιη τι από τα δύο προτιμούσα.

Το λιοντάρι με κοίταξε ανυπόμονα. “Νομίζεις ότι δεν έχουμε άλλες δουλειές να κάνουμε;”, μου είπε.
Λεω “δεν θέλω τίποτα από τα δύο”.
Σήκωσε το φρύδι. “Τότε fight or flight”, είπε αδιάφορα. “Ότι κι αν κάνεις θα σε φάω”.

“Δεν θα με φας”, είπα. “Ούτε θα με παγώνεις”.
Έκλεισα τα μάτια.
Ήταν πολύ σκοτεινά, σαν να είχα βάλει ένα μαύρο μαντήλι πάνω στα μάτια.
Ήταν τρομακτικά να ξέρεις ότι το λιοντάρι είναι δίπλα σου κι εσύ είσαι στο σκοτάδι. Αν γυρνούσα πίσω θα με γράπωνε στην πλάτη. Αν έμενα παγωμένη θα με έκανε μια μπουκιά. Κράτησα τα μάτια κλειστά και προχώρησα στο σκοτάδι.

Θα σε τελειώσω”, του είπα.
Και διέσχισα το σκοτάδι.
Μου.

Το είδα ξανά το λιοντάρι, αρκετές φορές, όπως περνούσα οδηγώντας από το δάσος. Μια φορά μού βγήκε από τα αριστερά χωρίς να βγάλει φλας. Ήταν μικρό και αδύναμο, το λυπήθηκα κάπως.Την είχε στημένη για θύματα, πάντα έβρισκε.

Δεν ξαναπάγωσα ποτέ. Ούτε ξανακυνήγησα μαμούθ. Βαρέθηκα. Βασικά μεγάλωσα.

Και βρήκα πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω.

Μαρία Δεδούση
(Από το fb)