Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2020

Ο Χιώτης έβαλε άρωμα στο μπουζούκι, ο Σάββας στον Ολυμπιακό....

Ο ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΓΑΡΤΑΝΗΣΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ «ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΛΑΝΑ»

H προσωπική μου εμπειρία από τον Σάββα Θεοδωρίδη χρονολογείται από πολύ παλιά. Κι όχι λόγω ρεπορτάζ. Μια κοινή γνωστή, που την αποκαλώ "θεία" κι ας μην είναι, βέρα Πειραιώτισσα, από "τζάκι" που λέμε, μεγαλωμένη απέναντι στο άγαλμα της Μητέρας, και από τους πιο αγνούς Ολυμπιακούς που έχω γνωρίσει,
τον καλούσε συχνά σπίτι της με διάφορες αφορμές. Είχαμε μιλήσει πολλές φορές σ' αυτές τις συγκεντρώσεις, κι όχι με την (καχ)υποψία που φέρει η ιδιότητα του δημοσιογράφου.
Μου' χε κάνει εντύπωση η απόλυτη ευγένειά του. Το' βλεπες από λεπτομέρειες, το πώς παραμέριζε να περάσουν οι κυρίες, το πώς ύψωνε το ποτήρι, τα γαλλικά που πετούσε δώθε-κείθε. Ένας τζέντελμαν.

Λένε πως ο Μανώλης Χιώτης έβαλε κολώνια στο μπουζούκι. Ο Σάββας Θεοδωρίδης, με την παρουσία του και μόνο, έβαλε κολώνια στον Ολυμπιακό. Έναν Ολυμπιακό που τότε μύριζε χασικλίδικη μαγκιά από την Πειραϊκή, ψαρίλα από την Ιχθυόσκαλα, γράσο από τα μηχανουργεία της Λεύκας, κρεμμύδι και τσίκνα από τα σουβλάκια του Καράμπαμπα, ξινό ιδρώτα από τους χαμάληδες της Αγίας Τριάδας, πετρέλαιο από τα ρυμουλκά του Μάτσα και ταγκιασμένη λαδίλα από τα βούτυρα της ΕΛΑΪΣ. Μια κολώνια που δεν είχε συνηθίσει η περήφανη πειραιώτικη μύτη μας.

Ήταν η επόμενη γενιά των "ευπατριδών", μετά τους Ανδριανόπουλους. Έφερε την ισορροπία που χρειαζόταν, εκείνη την περίοδο. Μεγάλωσε και στο σαλόνι και στην αλάνα. Κι αυτό τον επηρέασε, τον οδήγησε να αλλάζει πρόσωπο και συμπεριφορά όποτε αυτός έκρινε σκόπιμο. Έχω την εντύπωση πως η αγάπη του για τον Ολυμπιακό, μια αγάπη παθολογική, τον ξεπερνούσε. Δεν μπορούσε να την τιθασεύσει.

Από τα χρόνια που άρχισε να εκτίθεται με τις γνωστές δηλώσεις, αισθανόμουν ένα σφίξιμο. Κρίμα, μονολογούσα. Τι κρίμα ένας τέτοιος άνθρωπος, με μόρφωση, με παιδεία, με ευγένεια, μια φιγούρα θρυλική, να αναλώνεται σ' αυτό το ρόλο, που θα μπορούσε (αν κρινόταν τόσο απαραίτητο, για μένα δεν...) να τον παίξει κάποιος άλλος. Και τι κρίμα να μείνει στη σκέψη των μη γάβρων έτσι, σαν ο κυρ-Σάββας ο γραφικός, που έβλεπε παντού εχθρούς και φώναζε, όταν φώναζε, για οφσάιντ και πέναλτι. Ενώ θα μπορούσε να διεκδικήσει έναν άλλο ρόλο, αυτοδίκαιο, του ερυθρόλευκου πατριάρχη. Με αποδοχή απ' όλους τους συλλόγους και απ' όλους τους οπαδούς.

Ποιος είμαι, όμως, εγώ για να τον κρίνω; Ποιοι είμαστε όλοι για να τον κρίνουμε; Προφανώς το ήθελε αυτό που έκανε. Πανέξυπνος άνθρωπος, μέχρι την τελευταία μέρα διαυγής. Δε νομίζω ότι μανιπουλαρίστηκε από κανέναν, ότι κάποιος του πατούσε το "κουμπί" και εκμεταλλευόταν την αδυναμία του.

Ο άνθρωπος θεώρησε ότι με αυτόν τον τρόπο πρόσφερε υπηρεσία στον σύλλογο. Ύψωνε το κορμί του μπροστά στους εχθρούς, όπως άλλοτε το ύψωνε για να υπερασπίσει τα δοκάρια. Και το έκανε με απόλυτη συνέπεια, ως την τελευταία μέρα, παλεύοντας με μια αρρώστια που θέριευε. Αν μη τι άλλο, αυτό του το αναγνώρισαν και οι "αντίπαλοί" του.

Δεκάρα, λοιπόν, δεν έδινε ο Σάββας Θεοδωρίδης για το τι πιστεύαμε και νομίζαμε όλοι εμείς οι απ' έξω. Έκανε τις επιλογές του και ρούφηξε τη ζωή. Τις εμπειρίες που έζησε, σε όλα τα επίπεδα, από ομάδες, ταξίδια, γυναίκες, χαρές, λεφτά, εντάσεις, τα πάντα, εμείς θέλουμε δέκα ζωές για να τις γευτούμε.

Για μένα, ο Σάββας Θεοδωρίδης θα είναι πάντα στο πάνθεον των παιδικών μου ηρώων. Αυτών που μετέτρεψαν τον Ολυμπιακό σε "θρύλο". Χαλάλι του χίλιες φορές όλα τα mute που πάτησα.
Καλό ταξίδι. Κουράγιο στους οικείους του.

** Ο Αργύρης Παγαρτάνης είναι δημοσιογράφος, φίλος και συνεργάτης. Μεγάλωσε σε μια από τις πιο δυνατές ερυθρόλευκες περιοχές, στο Χατζηκυριάκειο, πλάι στη Σχολή Δοκίμων, ακριβώς στο έμπα του λιμανιού. Δημοσίευσε το κείμενο για τον Σάββα Θεοδωρίδη στο fb.