Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

«Ο Μάκης, ο Ολυμπιακάκιας»...

...ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΣΤΟΝ ΧΑΜΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ 

Ο Μάκης, Πειραιωτάκι της Διασποράς. Γεννημένος στο σύνορο Χατζηκυράκειου-Καλλίπολης, μεγαλωμένος μερικές εκατοντάδες μέτρα από τα βράχια και τα κύματα της Πειραϊκής. Ευλογημένη γειτονιά. Στους χωματόδρομους του Πειραιά κλώτσησε τη
λαστιχόμπαλα και εκεί μυήθηκε στον Ολυμπιακό. Λατρεία ζωής! Οπαδός πράος, ουδέποτε εριστικός, αλλά βαθιά ερωτευμένος με την πόλη και τον εκπρόσωπό της. Δεν μπορούσε να μου περιγράψει τι ένιωθε για την ομάδα, δεν έβρισκε λόγια, όπως έλεγε, αλλά έβλεπες στο πρόσωπο και στα μάτια του αυτόν τον παιδιόθεν έρωτα.

Μου έλεγε, ότι μια κόκκινη σημαία με το δαφνοστεφανωμένο κυμάτιζε αδιάκοπα στην πατρική μονοκατοικία, πριν γίνει πολυκατοικία με τα λεφτά των παιδιών, και πιο πολύ με του Μάκη. Τον οιποίο στην εφηβεία τον πήραν τα καράβια και τον ταξίδεψαν μακριά από τη φτώχεια. Αλλά μετά, το κύμα των αναζητήσεων για καλύτερη ζωή, τον ξέβγαλε στη Νέα Υόρκη –«λάθρο», που θα έλεγαν σήμερα τα σύγχρονα ρατσιστοειδή, «εμιγκρές» που έλεγαν τότε.

Κατάφερε και ρίζωσε στην Αμερική• με τα λεφτά της θάλασσας έφτιαξε εστιατόριο, καζάντισε. Αλλά πάντα πότιζε τη ρίζα με την Ελλάδα και τον Ολυμπιακό. Για χρόνια μέλος, και παλιότερα στέλεχος, της Λέσχης Φίλων στη Νέα Υόρκη. Μονίμως, για χρόνια και ως το τέλος της ζωής του, με εισιτήριο διαρκείας και κάρτα φίλου –την έδειχνε σε κάθε ευκαιρία με περηφάνια. Τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο ερχόταν στην Ελλάδα, προσπαθώντας να συνδυάσει το διάστημα των διακοπών του με όσο τον δυνατόν περισσότερα παιχνίδια στο Καραϊσκάκη, κυρίως ευρωπαϊκά. Μια φορά πήγε κατευθείαν από το αεροδρόμιο στο γήπεδο, άφησε τη βαλίτσα στο εστιατόριο των εγκαταστάσεων –ή κάπου αλλού– και τράβηξε για τη θέση του.

Στις λίγες συναντήσεις που είχαμε τα τελευταία χρόνια, απολάμβανα τις ιστορίες του για τον παλιό Πειραιά, το παλιό Καραϊσκάκη (πολλές οι περιγραφές του, με ονόματα και αγώνες), την παλιά Φρεαττύδα. Το καλοκαίρι του ΄18 ήπιαμε ένα βράδυ μπίρες στα (γοητευτικά έχουν γίνει) Βοτσαλάκια, κάτω από την πλατεία Αλεξάνδρας, μερικά εκατοντάδες μέτρα από τη Λέσχη του Ολυμπιακού, στα αναψυκτήρια πλάι στην αμμουδιά. Για το καλοκαίρι του ΄19 είχα αγοράσει το «Εκ Πειραιώς», ένα από τα βιβλία τής πειραϊκής τριλογίας τού Διονύση Χαριτόπουλου –με τις εξαιρετικές αφηγήσεις για μια πόλη, μια εποχή και έναν κόσμο συναρπαστικό. Ήθελα να του το κάνω δώρο, αλλά από μια σειρά συμπτώσεων δεν βρεθήκαμε· έφυγε και δεν πρόλαβα να του το δώσω. Προγραμμάτιζα να του το στείλω ταχυδρομικά, αλλά η αμέλεια το κρατάει ακόμα στο αμπαλάζ τού βιβλιοπωλείου.

Πριν μερικές μέρες έμαθα ότι «ο Μάκης είναι απομονωμένος, σε δωμάτιο νοσοκομείου της Νέας Υόρκης» και ότι «δεν επιτρέπουν στην οικογένεια να τον επισκεφθεί». Μόνος; Αποκλεισμένος; Το μυαλό πήγε εκεί που η θλιβερή επικαιρότητα το τραβούσε. Ήταν προμήνυμα. Το πρωί, ο Μάκης έγινε στατιστικό νούμερο στον αμερικανικό χαμό τού ιού. Αλλά για εμάς δεν είναι ένας αριθμός! Για εμάς παραμένει «Ο Μάκης, ο Ολυμπιακάκιας», ένας ήρεμος, αλλά πιστός οπαδός. Ένας καλός φίλος, καλός συγγενής, καλός φίλαθλος, καλός Έλληνας της ξενιτιάς.
Αξέχαστος.