Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Το πνεύμα παραμένει αθάνατο...

ΟΤΑΝ ΤΑΞΙΔΕΥΑΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΒΑΛΙΤΣΕΣ ΠΑΣΤΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΥΣ

Αυτό, που πηγαίνεις στο περίπτερο και ξαφνικά νιώθεις από πίσω σου, σχεδόν κολλητά στην πλάτη, έναν ανυπόμονο τύπο -όχι απαραίτητα υπερήλικο, λες και είσαι ο Ρομάριο και είναι ο Βάιος Καραγιάννης, που εσύ τον στραβοκοιτάζεις για το μαν του μαν εν καιρώ κορονοϊού κι αυτός σου «απαντάει» μ' ένα νεύμα τού στιλ «δεν έχω πρόβλημα», με γυρίζει πολύ πίσω...

Απρίλης ήταν και τότε. Μεγάλη Εβδομάδα. Χρόνια πριν. Πολλά χρόνια. Με καμιά δεκαπενταριά κιλά λιγότερα εγώ και καμιά δεκαπενταριά χιλιάδες τρίχες περισσότερες. Δεν θυμάμαι καν αν είχα ενηλικιωθεί. Σίγουρα είχε ενηλικιωθεί ο (κατά 68 μήνες μεγαλύτερός μου) my cousin Sakis, ο «Νέστωρ» της παρέας των πασχαλινών εξοδούχων.

Σιδηροδρομικώς ταξιδεύαμε. Άνθρωποι και βαλίτσες «παστωμένοι» στους διαδρόμους, σε βαθμό που να μην ξέρεις αν μετά το Λειανοκλάδι και τον Δομοκό ο επόμενος σταθμός είναι ο Παλαιοφάρσαλος ή η Βομβάη! Δεν ξέρω αν είναι ακόμη έτσι, καλώς ή κακώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν έχω ταξιδέψει μ' ελληνικό τρένο, πάντως το μαρτύριο δεν ξεχνιέται.

Στεκόμαστε, που λέτε, στο ενάμισι πόδι, στον χώρο μπροστά από την τουαλέτα. Κάποια στιγμή κι αφού με τα χίλια ζόρια παραμερίζουμε για να περάσει, μπαίνει ένας παππούς για την ανάγκη του. Με ορθάνοιχτη την πόρτα, κατεβάζει το φερμουάρ κι αρχίζει τη διαδικασία... «Εϊ, παππού την πόρτα», του φωνάζουμε οι απέξω. «Δεν με πειράζει», αποκρίνεται ο θεούλης και συνεχίζει απτόητος. Τον θεούλη, βέβαια, τον έχει πάρει, ύστερα από τόσα χρόνια, ο official Θεούλης, αλλά το πνεύμα, όσο να 'ναι, παραμένει αθάνατο.

Νίκος Σαρίδης
(Από το fb)