Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Ένα ιστορικό «ρεπορτάζ»

Μπορεί να σοκάρει ένα «ρεπορτάζ» που γράφτηκε πριν από, περίπου, δυόμισι χιλιάδες χρόνια; Μπορεί! Ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό που ο κόσμος ολόκληρος είναι αναστατωμένος, ένα ιστορικό κείμενο, γραμμένο από τον ίδιο παθόντα ρεπόρτερ, προκαλεί δέος. Είναι του Θουκυδίδη, γράφτηκε το 430 π.Χ. και οι πληροφορίες που δίνει συγκλονίζουν. Το κείμενο, από το βιβλίο του Τζον Κάρεϊ «Τα μεγάλα ρεπορτάζ», δημοσιεύει το μπλογκ των ιστοριών και της Ιστορίας, το
pasatempo.wordpress.com τού Άγγελου Μενδρινού. Πιο κάτω αναδημοσιεύουμε δυο αποσπάσματα, αλλά αξίζει να το διαβάσετε εδώ ολόκληρο
«Η λοιμική πρωτοφάνηκε, όπως λένε, στην Αιθιοπία, πέρα από την Αίγυπτο. Έπειτα κατέβηκε στην Λιβύη και σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας του Βασιλέως. Στην Αθήνα έπεσε ξαφνικά. Πρώτα εμφανίστηκε στον Πειραιά, […] Εγώ που αρρώστησα ο ίδιος και είδα, με τα μάτια μου, άλλους ν΄ αρρωσταίνουν, θα περιγράψω την αρρώστια και τα συμπτώματά της, ώστε αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, να τα έχει ο καθένας υπόψη του και να ξέρει την αρρώστια για να πάρει καλά τα μέτρα του.
Τον χρόνο εκείνο, όπως το παραδέχονται όλοι, σημειώθηκαν πολύ λίγες  άλλες αρρώστιες και όσοι υπέφεραν από κάτι άλλο προγενέστερα, πάθαιναν όλοι λοιμική. Όλοι, όμως, όσοι ήσαν υγιείς πάθαιναν την αρρώστια ξαφνικά. Στην αρχή με δυνατούς πονοκεφάλους, ψηλό πυρετό, με φλόγωση των ματιών, που κοκκίνιζαν. Το στόμα βρομούσε. Μετά απ’ αυτό άρχιζε φτέρνισμα  και η αρρώστια κατέβαινε ύστερα από λίγο στο στήθος, προκαλώντας δυνατό βήχα. Όταν κατέβαινε στην καρδιά, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και πολύ οδυνηρούς εμετούς και κενώσεις κάθε είδους χολής, απ’ όσα έχουν περιγράψει οι γιατροί. Μετά, τους περισσότερους τους έπιανε λόξιγκας που προκαλούσε δυνατούς σπασμούς. Σ’ άλλους σταματούσε γρήγορα, σ’ άλλους κρατούσε πολύ. Το σώμα, εξωτερικά, δεν ήταν, στην αφή, πολύ θερμό ούτε κίτρινο, αλλά κοκκινωπό και χλομό, γεμάτο φουσκαλίδες κι εξανθήματα {...}

{...} Εκείνο που χειροτέρεψε πολύ την κατάσταση ήταν η συγκέντρωση μέσα στην πόλη όλου του πληθυσμού της υπαίθρου. Υπέφεραν περισσότερο οι πρόσφυγες. Μη έχοντας σπίτια, ζούσαν σε πνιγερές καλύβες, μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας απάνω στον άλλο ή σέρνοντας μεσ’ στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήσαν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι βασανισμένοι απ’ την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση και αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια. Δεν τηρούσαν πια καμιά απ’ τις τελετές για την ταφή των νεκρών κι ο καθένας έθαβε τους δικούς του όπως μπορούσε. Πολλοί, που, απ΄ τους πολλούς θανάτους στην οικογένειά τους, τους είχαν λείψει τα χρειαζούμενα, μεταχειρίζονταν άπρεπους τρόπους. Άλλοι απόθεταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη, έτοιμη πυρά κι έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κι έφευγαν γρήγορα {...}.