Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

Αν αθροίσεις όλων μαζί τα χρόνια των πλόων τους, θα βγει ο περίπλους της γης χιλιάδες φορές...

Το θέμα που ακολουθεί το έγραψα τον Αύγουστο του ΄18 με δυο αφορμές –μια καλή, μια κακή. Η πρώτη: ένα ζεϊμπέκικο, βαρύ, πονεμένο, αλλά και λεβέντικο· το χόρεψε σε γαμήλιο γλέντι (αργά τη νύχτα, όταν τα κεφάλια είχαν βαρύνει από το ποτό και τα πόδια είχαν μακρύνει από τον χορό) ένας νεαρός καπετάνιος. Ήταν το «Εμείς οι ναυτικοί», που έγινε και τίτλος τού
κομματιού. Δεύτερη αφορμή απετέλεσε το τελευταίο ταξίδι, αυτό το χωρίς γυρισμό, ενός πρώτου μηχανικού, πολύ αγαπημένου και ξεχωριστού, ενός απίθανα ωραίου τύπου, που πέρασε εξ αγχιστείας από τη ζωή μου, αλλά έγινε ουσιαστικά εξ αίματος. Βέβαια, πέρα από τις αφορμές, υπήρχε για να γραφτεί εκείνο, το από ψυχής κομμάτι, και η ισχυρή αιτία. Ήταν οι σχέσεις μου με μια καραβιά ναυτικούς. Σχέσεις στενά συγγενικές, στενά φιλικές, στενά συντροφικές. Το αναδημοσιεύω τώρα που η γνωστή διαφήμιση έκανε τόσο πολύ κόσμο να συζητάει για το, κάποτε, «εθνικό επάγγελμα» της Ελλάδας.

Δ.Β.

Για τους ναυτικούς τρέφω μεγάλη εκτίμηση –απέραντη, δεν μετριέται. Γιατί έχω γευτεί από κοντά την αλμύρα τους, φερμένη από τα πελάγη τού κόσμου και ποτισμένη στο δέρμα τους. Μου τη μετέδωσαν με τον συγχρωτισμό μαζί τους. Είτε από τη διαβίωση στο ίδιο σπίτι είτε από την πολύχρονη παρουσία σε κοινές παρέες. Αδέλφια, ξαδέρφια, φίλοι, θείοι, κουμπάροι, γείτονες, μακροσυγγενείς, κοντοσυγγενείς, συμπέθεροι, γονείς ανήκουν στη μεγάλη ναυτική οικογένεια που γνωρίζω. Αν αθροίσεις όλων μαζί τα χρόνια των πλόων τους θα βγει ο περίπλους της γης χιλιάδες φορές. Ένας από αυτούς έχει κορνιζάρει παλιό κείμενό μου για τους ναυτικούς γραμμένο μετά από τη συναισθηματική φόρτιση μιας αναχώρησης από την Ελλάδα για πολύμηνο μακρινό μπάρκο. Χρόνια τώρα του ζητάω να το αποκαθηλώσει και αρνείται. Το σίγουρο είναι πως δεν πλησιάζω καν την κορνίζα, φοβάμαι να διαβάσω έστω και μια παράγραφο γιατί τρέμω τα πολύ παλιά κείμενά μου, με πιάνει ταραχή (σαν το Σαββόπουλο όταν έμπαινε στο δισκάδικο) με την ιδέα τής μελό αηδίας που ενδεχομένως να είχα γράψει στα πρώιμα δημοσιογραφικά μου χρόνια.

Εκτιμώ τους ναυτικούς γιατί περιλαμβάνονται στους πολύ σκληρά εργαζόμενους. Επειδή για έξι, οκτώ, δώδεκα ή περισσότερους μήνες όταν τελειώνουν τη βάρδια δεν μπορούν να πάνε σπίτια τους, μένουν υποχρεωτικά στον χώρο δουλειάς με τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες παραστάσεις, στα ίδια μετρημένα τετραγωνικά στις κινήσεις τους.

Αγαπώ τους ναυτικούς γιατί με έχουν ταξιδέψει με τις διηγήσεις τους, με πάνε εκεί που δεν μπόρεσα και δεν θα μπορέσω ποτέ να πάω. Τους ακούω συχνά γεμάτος αφελείς απορίες. Σαν και αυτές που ήθελα να μου λύσει ο Γιώργος στο πρόσφατο παράκτιο ταξίδι εντός συνόρων που κάναμε μαζί. Τότε που μου μίλησε για το Νάρβικ όπου «οι άνθρωποι λένε "τι ωραία μέρα έχουμε σήμερα" όταν η θερμοκρασία από το μείον 49 πάει στο μείον 25», όπως μου είπε, ίσως με τη γλαφυρή υπερβολή που έχουν οι διηγήσεις των ναυτικών. Και κάποιους άγνωστους όρους μου ανέφερε αλλά δεν τον διέκοψα για να τους εξηγήσει. Για τον καιρό που είναι «δευτερόπριμα», για τα σκάφη-«καγιάσες», για κάποιο σπρίνκλερ –τέτοια...

Δυστυχώς ποτέ δεν θα μου ξαναλύσει τις όποιες απορίες μου.  Γιατί ο Γιώργος έφυγε για τον κοινό τελικό προορισμό όλων των ανθρώπων. Παίρνοντας μαζί το παράπονό του που μου εξέφρασε στο τελευταίο, γαμήλιο ήταν, γλέντι: ότι θα ήθελε πολύ, πάρα πολύ, όπως μου έλεγε, να χορέψει το ζεϊμπέκικο που έπαιζε η ορχήστρα «αλλά δεν με κρατάνε τα πόδια μου». Ήταν το «Εμείς οι ναυτικοί». Το χόρεψε ο Μιχάλης, νεαρός καπετάνιος μεγάλων ποντοπόρων πλοίων και ας είναι δεν είναι ακόμα σαράντα  χρόνων. Το έκανε με μεράκι, με βαριοπάτημα, αλλά και με την πίκρα που έχουν τα τραγούδια και οι χοροί τών ναυτικών για τον μεγάλο νταλκά τους, τη θάλασσα. Πάντα ερωτευμένοι μαζί της. Πάντα σε σχέση λατρείας και οργής με τα πελάγη.

Διον. Βραϊμάκης

(Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ για «Μου αρέσει», αν φυσικά σας αρέσει, ή για «Ακολουθήστε»)