Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Οι μιναδόροι, του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου

(...) Ακολούθησα την φιλαρμονική, κι έφτασα στο καμπαναριό, όπου συνάντησα ένα μπάρμπα μου ελαιοχρωματιστή. 

Εκεί ανέκαθεν πηγαίνουν οι λαϊκοί άνθρωποι της γειτονιάς μου για να πάρουν φρέσκο. Φυσάει πάντα από τη θάλασσα. Κάθονται ως αργά. Πειράζονται, λένε τα οικογενειακά τους και κουτσομπολεύουν.
Ψαράδες, ναυτικοί ― γέροι πια και λίγοι.
«Εδώ μέχρι πρόπερσι, μαζευόντουσαν καμμία πενηνταριά». 
«Πού πήγαν;» 
«Πεθάνανε μονοκοπανιά οι μιναδόροι»

Μιλάει ένας παλιός φίλος του πατέρα μου, δίχως μασέλα, ναυτικός. Μασάει τα λόγια του και κάθε που γελάει είναι σα να αρχίζει να στροφάρει μια τουρμπίνα στα έγκατά του που αλέθει γάτες. Μου υπόσχεται ότι θα μου φέρει μια φωτογραφία από ένα γάμο, που η μάνα μου και ο πατέρας μου είναι νέοι, αγκαλιά. 

«Σπάνιο», λέω.   «Πέθανε νέος» απαντάει και το θολό του μάτι σοβαρεύει. Και μετά κάτι ξαναλέει για τους μιναδόρους δίπλα. 

Το «μιναδόρος» είναι ο τρυφερός μας τρόπος για να λέμε το «μαλάκας». Είναι γαλόνι φιλίας - ή μάλλον οικειότητας. Προέρχεται από την βενετσιάνικη ονομασία του μεταλλωρύχου (minador) και φαντάζομαι ο παραλληλισμός γίνεται ανάμεσα στην παλινδρόμηση του κομπρεσέρ και το τάκα-τάκα της λάγνας παλάμης

Όντως οι γέροι μιναδόροι έμνεσκαν* αποδεκατισμένοι στο καμπαναριό, ενώ πάνω από την εκκλησία της Φανερωμένης (την ενορία του σωματώδους νεομάρτυρα) έσκαγαν λίγα αχαμνά πυροτεχνήματα, μονόχρωμες μονοκοντυλιές στον ουρανό -μια κούφια έκρηξη και πέντε έξι πράσινοι κροσσοί που σχημάτιζαν αδέξιες μαργαρίτες. Σα σκίτσο του Shringley (ή του Πολενάκη). 
Είχα καιρό να νοιώσω τόση τρυφερότητα.

Μετά τα 60, οι διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους αμβλύνονται. Λίγη σημασία έχει πόσα ξέρεις ή πόσα έχεις. Σημασία έχει τι θυμάσαι κι αν ο δίπλα σου, το θυμάται κι αυτός. Δεν είναι θέμα νοσταλγίας, αλλά ιστορικότητας. Ξέρουμε πια ότι κάτι σπρώχνει τους πρωινούς στην έξοδο - κόσμος πάει κι έρχεται. Μια κοσμική παλάμη που μινάρει ατέρμονα, ξεχύνοντας  αλλεπάλληλες , θνησιγενείς φαντασμαγορίες: τη ζωή μας.

 «Μη γράψεις αυτά τα πράμματα!» με προειδοποίησε ο μπάρμπας μου, φεύγοντας.

 «Έννοια σου» του είπα.

(Απόσπασμα από κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου στο lifo.gr με τίτλο «Ο αποδεκατισμός των μιναδόρων». Είναι γραμμένο με αφορμή την παρουσία του στον εορτασμό του Αγίου Θεοφίλου Νεομάρτυρος του Ζακυνθίου. Δείτε το ολόκληρο εδώ.)

* έμνεσκαν: παίρνουμε από το lexikolefkadas.gr, όπου το «μνέσκω» ερμηνεύεται ως «απομένω, βρίσκομαι».  Από άλλη πηγή: μεινίσκω — και μεινέσκω και μενέσκω και μνέσκω και μνίσκω 1. παύω, σταματώ 2. προσηλώνομαι, αφοσιώνομαι 3. παραμένω σε μια κατάσταση ή διάθεση 4. περιέρχομαι σε μια κατάσταση, γίνομαι 5. παραμένω στην ίδια θέση, μένω ακίνητος 6. χρονοτριβώ 7. διατηρούμαι