Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Μια φωτογραφία του Μάη που έγραψε Ιστορία και Ποίηση

Την Πρωτομαγιά του ταραγμένου 1936, η πρώτη επί των ημερών Μεταξά –που είχε διορισθεί τον Απρίλιο πρωθυπουργός από τον βασιλιά Γεώργιο (μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δεμερτζή) και λίγους μήνες αργότερα, στις 4 Αυγούστου, κήρυξε δικτατορία–, βάφτηκε στο αίμα, όπως και ένα μεγάλο μέρος του Μαΐου του ΄36. Αυτό το διάστημα σημαδεύτηκε από τον θάνατο του 25χρονου Τάσου Τούση. Η κυβέρνηση Μεταξά είχε δώσει εντολή στις δυνάμεις της Χωροφυλακής να πατάξουν κάθε διαδήλωση. Οι θάνατοι στις αρχές του Μάη είχαν ξεπεράσει τους δέκα κι ένα από αυτούς έμελλε να αποτυπωθεί σε μια συγκλονιστική
φωτογραφία που προέκυψε από το φωτορεπορτάζ: είναι η στιγμή που η μάνα του Τούση θρηνεί, στη μέση του δρόμου, στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατία, τον θάνατο του γιου της. Αυτή η δημοσιογραφική φωτογραφία ενέπνευσε τον Γιάννη Ρίτσο που αμέσως άρχισε να γράφει πυρετωδώς, και ασταμάτητα επί μέρες, τα ποιήματά του (αν και τον ταλαιπωρούσε η φυματίωση) που σύνθεσαν το πρώτο μεγάλο του έργο, τον Επιτάφιο. Οι στίχοι του πρωτοδημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη, του οποίου ο Ρίτσος υπήρξε συνεργάτης. Εκεί είχε δημοσιεύσει κι άλλα ποιήματα με την υπογραφή I. Σοστίρ που προέκυπτε από την αντεστραμμένη γραφή του ονόματός του.


«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ' το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου ' φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσής τ΄ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω».

Ο Επιτάφιος πρωτοεκδόθηκε από τον Ριζοσπάστη σε 10.000 αντίτυπα που σχεδόν εξαντλήθηκαν. Πριν από την προγραμματιζόμενη δεύτερη έκδοση κηρύχθηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου και τα καθεστώς μάζεψε τα μόλις 250 αντίτυπα που έμεναν απούλητα και τα έκαψε (μαζί με άλλα «ενοχλητικά» βιβλία) δημόσια: στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

** Αν βρίσκετε ενδιαφέρον το μπλογκ και θέλετε να εμφανίζονται στον τοίχο σας λίγα από τα θέματά του ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ και κάντε like (φυσικά μόνο αν σας αρέσει.)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
1) Οι Πρωτομαγιές των κλεμμένων λουλουδιών
2) Η πόλη των λουλουδιών και η εφημερίδα με τη μεγάλη ιστορία