Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Στα ίχνη του Μάρκου και ένα γλέντι-μνημόσυνο σε ταβέρνα της Σύρου

Ο ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ, ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 46 ΧΡΟΝΙΑ - Η ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΤΑΒΕΡΝΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΛΙΓΑ ΦΡΑΓΚΟΔΙΦΡΑΓΚΑ - Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΣΦΑΓΕΙΑ, ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΟΥ ΜΟΣΧΟΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΟΥ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥ

Σύρος. Βράχια κοντά στο λιμάνι.. Αριστερά ο Στέλιος Βαμβακάρης παίζει ένα ταξίμι του Μάρκου. Δεξιά η κάμερα της εκπομπής Δρόμοι. Πίσω από την κάμερα ο Νίκος Αλαμπάκης και η Ηρώ Τριγώνη… Κάποια χρόνια πριν… Διστακτικός και χλωμός πλησιάζει το γραφείο μου στα Νέα ο Στέλιος: «Αρίκο έρχομαι από τον τάφο του Μάρκου… Με ένα πιρούνι
παράχωσα λίγο χασισάκι να ΄χει να ΄φχαριστιέται εκεί πάνω...»
Είχε δυο παιδιά ο Μάρκος. Τον Δομένικο και τον Στέλιο. Μόνο για τον Στέλιο τον έτρωγε η ανησυχία. Φοβότανε ότι θα πατήσει πάνω στα δικά του χνάρια και θα τυραννιστεί στην ζωή όπως εκείνος. Τον Στέλιο ωστόσο έπαιρνε μαζί του στο Γολγοθά της ζωής… Κείνες τις νύχτες που με το μπουζούκι γύριζαν τις ταβέρνες για λίγα φραγκοδίφραγκα. Ο Μάρκος έπαιζε κι ο Στέλιος μάζευε στο τασάκι τα ελάχιστα κέρματα. Τον σημάδεψε αυτή η ταπείνωση του πατέρα του τον Στέλιο.

Αυτός ο μέγιστος Πρωτομάστορας του Λαϊκού και Ρεμπέτικου, ο Πατριάρχης όπως τον χαρακτηρίζει ο φίλος μου Γιώργος Χριστοφιλάκης, και είδε άσπρη μέρα… Από που ήρθε από την Σύρο να δουλέψει λιμενεργάτης στον Πειραιά. Ύστερα στα σφαγεία στον Ταύρο. Τότε που το αφεντικό του ζήτησε να σφάξει ένα μοσχαράκι. Σήκωσε το μαχαίρι ο Μάρκος και είδε να κυλούν τα δάκρυα από το μοσχαράκι. Επέταξε το μαχαίρι κι έφυγε. Αυτή την τρυφερότητα για κάθε ζωντανό είχε ως το τέλος. Και μια χρονιά που είχε ρίξει χιόνια, εκείνος πήγαινε σ΄ ένα δέντρο έξω από το σπίτι του και τοποθετούσε ψίχουλα σε μια κουφάλα να ΄χουν να τρώνε τα σπουργίτια.

Εκτός συστήματος πάντα. Όπως κάθε οδοιπόρος που συλλέγει την λαϊκή σοφία και την αναδεικνύει σε στίχο και τον στίχο σε ποίηση! Κι αυτή είναι η μεγαλοσύνη του. Αυτό ακριβώς ένιωσε ο Μούτσης μόλις άκουσε πρώτη φορά την Φραγκοσυριανή κι ενώ παρακολουθούσε κλασσικές σπουδές στο Ωδείο, τα παράτησε όλα για να στραφεί στο έντεχνο. Ο Μούτσης έγινε μάρτυρας μιας σκηνής ανάμεσα στον Λαμπρόπουλο της Κολούμπια και τον Μάρκο:
Μπαίνει ο Μάρκος στο γραφείο και του δίνει στίχους. Ο Λαμπρόπουλος με απαξιωτική κίνηση σκορπάει τα χαρτιά λέγοντας.
«Τι είναι αυτά πάλι
Σκύβει ο Μάρκος κι αφού μαζεύει ένα ένα τα χαρτάκια οπισθοχωρεί ταπεινά προς την έξοδο λέγοντας..
«Στιχάκια είναι».

Αυτός ήταν ο Μάρκος που με το ανυπέρβλητο ανάστημα του διαμόρφωσε το λαϊκό τραγούδι. Ταπεινός και ευαίσθητος. Λιτός έως φτωχός στην ζωή. Αυστηρός με δωρική μεγαλοπρέπεια στους λαϊκούς του δρόμους. Αξιοπρεπής! Πέθανε 8 Φλεβάρη του 1972 στα Άσπρα Χώματα, στην Νίκαια.. Δεν περίσσευαν λεφτά ούτε για κηδεία… Ο Άκης Πάνου του αγόρασε το κοστούμι.

Έτσι αποφασίσαμε που λες, να πάρουμε τον Στέλιο και να πάμε στην Σύρο να περπατήσουμε στα χνάρια του Μάρκου. Πήγαμε στο σπίτι που έζησε στην Άνω Πόλη, στην ταβέρνα που έπαιξε πρώτη φορά την Φραγκοσυριανή, στον Γαλησσά και σε κάθε γωνιά που σεργιάνισε.

Αποχαιρετήσαμε τον Μάρκο με ένα ολονύχτιο γλέντι σε μια ταβέρνα, πίσω από την πλατεία. Δώσαμε ρέστα. Έπαιξε ο Στέλιος και παλιοί φίλοι. Μπουζούκια πρώτης… Ήχοι πλάγιοι δεύτεροι, ο αρχαίος Φρύγιος, χιτζάζ, αρώματα της καθ΄ ημάς Ανατολής.. Μια Ελλάδα που της διαμόρφωσε αισθητική συνείδηση ο Μάρκος...

(Προσθήκη: Μου το διηγήθηκε ο Κώστας ο Φέρρης:
Ο Κώστας ήταν βοηθός σκηνοθέτη στην μοναδική ταινία στην οποία εμφανίστηκε ο Μάρκος. Ένα μέρος της θα γυριζόταν στο στούντιο όπου ο Μάρκος θα ΄παιζε πλέι μπακ, κάτι που ενοχλούσε. Σε διακοπή εμφανίζεται ένας τύπος που μόλις είχε αποφυλακιστεί. Πλησιάζει τον Μάρκο. Βάζει το χέρι στην τσέπη και την αδειάζει από τα ελάχιστα χρήματα που είχε πάνω του.

«Είναι τόσα και δεν μου φτάνουν να ΄ρθω στο μαγαζί που παίζεις για χορέψω μια ζεϊμπεκιά σου. Αν σου κάνει κέφι ρίξε μια τώρα. Το ΄χω μαράζι».

Πιάνει το μπουζούκι ο Μάρκος κι απευθυνόμενος στον απρόοπτο επισκέπτη.
«Ίσα ρε μάγκα, βάλε τα λεφτά στην τσέπη και χόρεψε»).

** Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη σειρά Μνήμη (είναι η 18η) που γράφει ο Άρης Σκιαδόπουλος  και ανεβάζει κατά διαστήματα στη σελίδα του στο  facebook.