Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Μακριδάκης: «Όταν το ζήσεις δεν μπορείς ποτέ πια να το στερηθείς»

Κάθε πρωί που μπαίνω στο χωράφι, πετάνε από μέσα δεκάδες πουλάκια, που τρομάζουν από την ξαφνική παρουσία μου. Τα περισσότερα κάθονται πάνω στα φυτά και τρώνε μάλλον τις κάμπιες και λίγα στα δέντρα, πολλά επίσης απογειώνονται στην κυριολεξία, αφού τα βλέπω να σηκώνονται από τη γη, και είναι συνήθως τα τελευταία που φεύγουν από το χωράφι διότι με παίρνουν χαμπάρι πολύ αργά αυτά, αφοσιωμένα όπως είναι στην αναζήτηση σπόρων ή ζουδιών. Το να
ξυπνάς το πρωί και να μπαίνεις σε ένα χωράφι που το καλύπτουν όλοι οι τόνοι του πράσινου και να σε υποδέχονται πουλιά, έστω και τρομαγμένα, όταν το ζήσεις δεν μπορείς ποτέ νομίζω πια να το στερηθείς, πόσω μάλλον για να ζήσεις ανάμεσα σε κτίρια, τσιμέντα και να πατάς στην άσφαλτο.
Φροντίζω λοιπόν με τα σπόρια και με τα φυτά μου τα πουλιά, να έρχονται μες στο χωράφι, να βρίσκουνε τροφή και να κουτσουλάνε, για να κοπρίζουνε τη γη μα και για να φυτρώνουν ύστερα χίλια δυο φυτά, ροδιές, ελιές, δαφνιές από τις κουτσουλιές τους.
Αέναος κύκλος, όλα τα πλάσματα χρήσιμα για την ύπαρξη όλων, κι ο άνθρωπος μαέστρος, όχι βιαστής, όχι καταναλωτής, όχι απομυζητής του είναι του.

Γιάννης Μακριδάκης 
(ο συγγραφέας στο fb)