Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Γδύνοντας τη βάρκα με τους πρόσφυγες

Του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗ (*)

Σε ένα διάλειμμα της δουλειάς χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε βρεθεί μια και μοναδική φορά πριν μερικά χρόνια. Θα σου πω, μου λέει κάτι που έτυχε μπροστά μου σήμερα διότι θα ήθελα να γράψω αλλά δεν ξέρω να γράφω και σκέφτηκα εσένα για να το πω. Ήμουνα στην παραλία της Αγίας Ερμιόνης και καθάριζα τα μαστίχια, βγήκε λοιπόν δίπλα μου μια βάρκα με πρόσφυγες, μέρα μεσημέρι, και εκεί που πριν φανεί η βάρκα ήμουνα μόνος μου στην παραλία, μόλις έφτασε στα 50 μέτρα από την ακτή, πλακώσανε ρε φίλε τα κοράκια και πριν να βγούνε οι άνθρωποι έξω, προτού πατήσουνε
το χώμα του νησιού, την είχαν γδύσει ρε φίλε τη βάρκα τα κοράκια, πήρανε τα πάντα, σχοινιά, καπάκι μηχανής, ντεπόζιτο βενζίνης, ξηλώσανε το πάτωμα, τα πάντα σου λέω, την κάνανε φτερά και πούπουλα τη βάρκα, ντράπηκα ρε φίλε, ντράπηκα πολύ.
Πριν βγούνε οι πρόσφυγες έξω, διαλύσανε οι άλλοι τη βάρκα το καταλαβαίνεις; Άνθρωποι γνωστοί μου ήτανε όλοι τους, δεν ξέρω τι στο διάολο κάνουνε, παραφυλάνε, μέρα νύχτα γυρίζουνε, μάλλον έχουνε κυάλια και περιμένουνε, βλέπουνε το στενό πότε θα φανεί βάρκα από απέναντι, δε μπορώ αλλιώς να το εξηγήσω, τα μαστίχια έπλενα και ήμουνα μοναχός μου, ερημιά, και μόλις πρόβαλε η βάρκα, γέμισε η παραλία κοράκια στο λεφτό

Σε λίγο ήρθανε και κάτι άνθρωποι από το χωριό που είναι πάντα εκεί, τους έχω δει και σε βίντεο στο ίντερνετ να βοηθάνε τους πρόσφυγες, τους φέρανε ρούχα και ψωμί και γάλα, μετά ήρθε και ένα κουρσάκι, όχι υπηρεσιακό, και βγήκανε από μέσα δυο με πολιτικά και πήρανε τη μηχανή της βάρκας, κι είπανε οι άλλοι ότι ήταν λιμενικοί αυτοί που πήρανε τη μηχανή, εγώ δεν είμαι βέβαιος γι' αυτό, τι να πω, μεγάλη ντροπή ρε φίλε ένιωσα και είπα να σε πάρω να στο πω μπας και γράψεις τίποτα εσύ που κατέχεις να γράφεις. Τελικά δεν έγραψα τίποτα παραπάνω από αυτά που μου είπε ο άνθρωπος 

(*) Κείμενο του συγγραφέα στο fb