Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Πεθαίνοντας από μαγκάλι στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα

Πάνε πολλές δεκαετίας από τότε που οι Έλληνες δηλητηριάζονταν – συχνά και πέθαιναν – γύρω από ένα μαγκάλι. Τότε που έκαιγαν πυρήνα, μια σκόνη από θρυμματισμένα κουκούτσια ελιάς, σκεπασμένη με χρυσόχαρτα από πακέτα τσιγάρων. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο ρόλος των χρυσόχαρτων. Ίσως για να πυρώνουν και να εκπέμπουν μεγαλύτερη ζέστη. Ίσως για να αναχαιτίζουν στο μέτρο τού δυνατού τον ελαφρύ καπνό τής ατελούς καύσης. Ο κόσμος πέθαινε ή καιγόταν από τα μαγκάλια. Όπως πέθαινε ή καιγόταν από τις γκαζιέρες. Εκείνες τις πετρελαιοκίνητες (τρόπος του λέγειν το «κίνητες») συσκευές μαγειρικής, με το μπεκ που βούλωνε και την τρόμπα που αύξανε όποτε ήθελες την ένταση της φλόγας. Θυμάμαι ένα γειτονόπουλου που έχασε τη ζωή του πνιγμένο από το δηλητηριώδες αέριο της γκαζιέρας μέσα στο μπάνιο του. Την είχε να καίει (φωτίτσα μια σταλιά) με κλειστό παράθυρο για να ζεσταίνει υποτυπωδώς το χώρο. Δεν ξαφνιαστήκαμε πολύ τότε – ήταν συνηθισμένοι οι θάνατοι από αναπνευστικές δηλητηριάσεις. Αλλά θάνατος από μαγκάλι τώρα, που διατρέχουμε με ιντερνετικές ταχύτητες δεκάδων Mbps τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, μοιάζει ασύλληπτος. Πόσο πίσω θα μας γυρίσουν η κρίση και η κροίσοι;