Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020

Σκαμνάκι πιάνου, ετών 104

Αυτό είναι ένα σκαμνάκι πιάνου. Το κάθισμά του είναι δερμάτινο. Έχει φθαρεί από το χρόνο. Το σκαμνάκι είναι 104 ετών. Έχει έρθει από την Αμερική. Εγκαταστάθηκε μαζί με την επαναπατριζόμενη οικογένεια στην οδό Μάρνη 9 και 3ης Σεπτεμβρίου, στον δεύτερο όροφο της νεοκλασικής οικίας που τώρα κοντεύει να σωριαστεί (διατηρητέο). Τότε δεν ήταν μόνο του. Είχε τη συντροφιά του. Ένα όμορφο όρθιο πιάνο που κάθε απόγευμα είχε τη γιορτή του. Πολλοί πισινοί έχουν καθίσει πάνω του. Αλλά το σκαμνάκι είχε την προτίμησή του. Η καλή του ήταν η μαμά μου. Όταν καθόταν εκείνη ακουγόταν κάτι σαν γουργούρισμα, έλεγαν, σα να ήταν όχι σκαμνάκι αλλά γατάκι

Εκεί έμαθε το Μαρικάκι (έτσι την έλεγαν όσοι την αγαπούσαν) πιάνο. Και με τα χρόνια δέθηκαν οι τρεις τους, το Μαρικάκι, το σκαμνάκι και το πιάνο, κι έλεγαν θα είναι μαζί για όλη τους τη ζωή. Πέρασαν μαζί γιορτές, Χριστούγεννα, γενέθλια, γάμους, βαφτίσια, Πάσχα, ακόμη και οι Κυριακές είχαν ατμόσφαιρα γιορτής. Αττίκ, Σουγιούλ, Χαιρόπουλος στην παρέα, Μπετόβεν, Μπαχ, Σοπέν σε άλλες στιγμές. 

Μετά ήρθε ο πόλεμος. Βομβαρδισμοί, συσκότιση, καταφύγιο. Και γερμανική κατοχή. Δοσίλογοι, μαυραγορίτες, πείνα, φτώχια. Αλλά πάντα υπήρχε το πιάνο. Το Μαρικάκι μαζί με τα δάχτυλά της να τρέχουν στα πλήκτρα ονειρευόταν. Και δεν έδινε καμιά σημασία πια στο σκαμνάκι. Ήταν μόνο ένα σκαμνάκι. Ώσπου μια μέρα ήρθαν εκείνοι. Ανέβηκαν βιαστικά τις μαρμάρινες σκάλες και μπήκαν στο σπίτι όπου τους περίμενε το Μαρικάκι. Πήγαν κατ’ ευθείαν στη μεγάλη σάλα με τα γύψινα στολίδια στο ταβάνι και τις βελούδινες κουρτίνες. Είχαν από πριν συνεννοηθεί με τους μεγάλους. Ήταν τέσσερις. Το πιάνο θέλει γερά χεριά. Όχι μόνο για να παίζεις αλλά και για να το μεταφέρεις, είπαν γελώντας. Και το πήραν. Κατέβηκαν προσεκτικά τα σκαλιά και όλοι άκουσαν κάτω τη σιδερένια εξώπορτα να κλείνει, νταν. Το Μαρικάκι δάκρυσε. Η γιαγιά πήρε αναστενάζοντας την νταμιτζάνα με το λάδι που είχαν αφήσει οι μεταφορείς και πήγε στην κουζίνα. Το βράδυ δεν είχε γιορτή. Το Μαρικάκι κοίταξε το σκαμνάκι. Τώρα είχαν μείνει οι δυο τους. Και μόνο τότε πρόσεξε ότι πραγματικά ήταν όμορφο. Δεν κάθισε πάνω του. Το πήρε αγκαλιά. Τώρα το έχω σε μια γωνιά του σπιτιού. Και μου θυμίζει αυτά που δεν έζησα.

Λεία Βιτάλη
(Η συγγραφέας γράφει τις αναμνήσεις της στο fb)