Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Όταν το μέλλον τού τόπου μάς φτύνει

Το περιστατικό είναι αληθινό. Μεταφέρεται χωρίς καμιά υπερβολή, στεγνά, όπως ακριβώς έγινε:
Σάββατο μεσημεράκι. Κατεύθυνση προς τον φούρνο της γειτονιάς. Μπροστά ένας νεαρός μαζί με ένα κορίτσι, μάλλον λίγο μικρότερο. Ο νεαρός καλοβαλμένος, σου προκαλεί θετική εντύπωση· με τη φόρμα του, το αθλητικό του παράστημα, το κούρεμά του χωρίς εκζήτηση –όχι μαγκάκι και «φευγάτο». Μοντέρνος, αλλά σοβαρός και ευειδής.
Περίπου 17άρης, το πολύ 19άρης. Καθώς προχωράει βήχει και αστραπιαία φτύνει! Χάμω! Το κάνει περίπου τρία μέτρα πριν περάσει την πόρτα του φούρνου.
–Τι φτύνεις βρε αγόρι μου! του λέω αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτώ, κάνοντας κάτι πού πλέον δεν συνηθίζω. (Γιατί από χρόνια έχω πάψει να θέλω να «φτιάξω τον κόσμο» συμβουλεύοντάς τον· τον αποδέχομαι όπως είναι –ίσως με αίσθημα αποδρομής και αποδοχής μιας προσωπικής και συλλογικής ήττας).

Το ίδιο αυθόρμητη, και χωρίς να το σκεφτεί, η απάντησή του (όχι με αυθάδεια πάντως, αλλά σαν να πιστεύει στο δίκιο του και το υπερασπίζεται).

– Τι να κάνω; Αφού μου ήρθε φλέμα, να το καταπιώ;

Απογοήτευση για τη λογική ενός νέου παιδιού που η όλη εμφάνισή του –δεν μπορώ να το περιγράψω πώς– αποπνέι κάτι θετικό. Και το οποίο, όμως, αν του ερχόταν το φλέμα στην τάξη, στο αμφιθέατρο ή στο σαλόνι του, τι θα έκανε; Θα το κατάπινε; Όχι! Θα το έφτυνε στο πάτωμα, σύμφωνα με τη λογική του.

Μετά μιλάμε για ατομική ευθύνη·.όταν το ίδιο το μέλλον μάς φτύνει.

ΣΚΕΨΗ: Οι παλιότεροι θυμόμαστε ότι στα συγκοινωνιακά μέσα υπήρχαν πινακίδες που έγραφαν «Απαγορεύεται το πτύειν». Κατάπτυστες και στίγμα εκείνων των γενεών..