Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

«Μια φορά στα τόσα χρόνια επικοινωνίας, τον είπε "αγάπη μου" και του' κανε καζούρα ο ασυρματιστής»

Ο ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΓΑΡΤΑΝΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟ ΜΕ ΤΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ

Θα με συντροφεύει ως το τέλος αυτή η εικόνα: Μάνα, γιος και κόρη γύρω από το μπεζ τηλέφωνο με τη ροδέλα, το καρεδάκι με τη άσπρη δαντέλα από κάτω, πάνω στο σκρίνιο, με τη γνωστή καρέκλα δίπλα. Η μάνα καθισμένη, τα παιδιά όρθια. Τα φώτα σβηστά. Στο βάθος τα λαμπάκια του δέντρου να λαμπυρίζουν. Παραμονή Χριστουγέννων βράδυ.

Η "θεία" Όλγα είχε βραδινή βάρδια στον ΟΤΕ, στις παράκτιες συνδιαλέξεις. Είχε ειδοποιήσει από νωρίς. "Θα τον βρω, δεν είναι μακριά". Πού αρμένιζε; Στον Ατλαντικό, πηγαίνοντας για Μπουένος Άιρες. Δεν είναι μακριά. Κάποιες... παλάμες μακριά μας στο χάρτη τον παγκόσμιο που στόλιζε το παιδικό μου δωμάτιο.

Η ένταση, να την κόψεις με το μαχαίρι. Σε λίγο θα μιλήσουμε με το μπαμπά! Συμβουλές της τελευταίας στιγμής από τη μαμά: "Μην κλάψετε, να είστε χαρούμενα! Πείτε του πόσο τον αγαπάτε! Μην του ζητήσετε τίποτα τώρα, στο γράμμα θα τα πούμε όλα! Θυμηθείτε, δεν είναι μόνος του ο μπαμπάς, ακούνε κι άλλοι, ο καπετάνιος, ο μαρκόνης. Και προσοχή, με το που τελειώνετε τη φράση να λέτε πάντα "έτοιμος!", σε ασύρματο μιλάτε"...

Κουδούνισμα. Λαχτάρα. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί άφηνε η μαμά δεύτερη φορά το τηλέφωνο να χτυπήσει. Ήθελε να τον λαχταρήσει, έστω λιγουλάκι; Ή ήθελε λίγο παραπάνω χρόνο να το χωνέψει; Ότι θα ακούσει τη φωνή του άντρα της;

Οι κουβέντες του ζευγαριού, τυπικές. "Χρόνια πολλά", "Καλά Χριστούγεννα", "είσαι καλά;" "η θάλασσα πώς είναι"; Μια φορά νομίζω, στα τόσα χρόνια της επικοινωνίας, τον είχε πει "αγάπη μου" και του' κανε καζούρα (καλοπροαίρετη) ο ασυρματιστής (ένας Φιλιππινέζος, που τα' χε μάθει τα ελληνικά με τα χρόνια) μέχρι που ξεμπάρκαρε.

Η φωνή του; Ηλεκτρική. Κάτι ανάμεσα σε 3PO του Πολέμου των Άστρων και μεγαφώνου της ορίτζιναλ σειράς "Άγγελοι του Τσάρλι".

Τι να του πεις, όταν ξέρεις ότι ακούνε κι άλλοι; Τους βαθμούς στο σχολείο, ότι είμαι καλό παιδί, ότι έμαθα τις πρωτεύουσες της Ευρώπης, τέτοια. Κι ένα περήφανο "έτοιμος!" στο τέλος κάθε φράσης.

Μια φορά, όχι Χριστούγεννα, του διάβασα κι ένα ποίημα που' ταν γραμμένο στο αναγνωστικό. "Το φτερωτό καράβι". Μου λέει περίμενε λίγο, να φωνάξω τον καπετάνιο και τους άλλους να το ακούσουν. Περίμενε κάτι χαρούμενο. Το ποίημα έλεγε για ένα παιδί που ζωγράφισε ένα καράβι με φτερά για το ναυτικό μπαμπά του, αλλά το' σκισε όταν ο μπαμπάς του γύρισε στο σπίτι, για να μην τον ξαναπάρει πίσω... Μου' λεγε αργότερα, χρόνια αργότερα, ότι το κλάμα πήγε σύννεφο στη γέφυρα.

Επί χρόνια η ίδια ιστορία. Γύρω από ένα τηλέφωνο, και περιμένοντας τον ταχυδρόμο για το γράμμα. Εκεί που αναλύονταν όλα, λαμβάνονταν αποφάσεις, σχεδιαζόταν μια ζωή χωρισμένη. Όλα τα γράμματα τα' χει κρατήσει η κυρα-Μελανία. Κι όμως, σαν τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις, μας "αποκαλύπτει" λίγα-λίγα. Και κάποια "θα τα βρείτε αφού φύγω".

Εποχές που πέρασαν χωρίς επιστροφή. Στην εποχή του ίντερνετ, του Skype και του κινητού, μπορεί κανείς να ζήσει αυτό το συναίσθημα της προσμονής; Του ενός τηλεφώνου στις 15 μέρες;

Είχε και κάτι θετικό όλο αυτό. Και το διαπίστωσα πολλά χρόνια μετά. Για μας, την οικογένειά μας, ένα κουδούνισμα τηλεφώνου μέσα στη νύχτα ήταν κάτι χαρούμενο. Πήρε ο μπαμπάς! Από την Ιαπωνία, από το Βανκούβερ, από τη Σιγκαπούρη... Πέρασαν χρόνια για να διαπιστώσω ότι για μια "στεριανή" οικογένεια το βραδινό τηλέφωνο ήταν σχεδόν πάντα για κακό.

Είδα τη διαφήμιση του Jumbo. Κι έκανα εικόνα τη φωνή. Και με πήραν τα ζουμιά.

** Ο Αργύρης Παγαρτάνης είναι δημοσιογράφος, γιος ναυτικού, μεγαλωμένος πλάι στο λιμάνι, στη Σειρήνα του Χατζηκυριακείου