Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Μια ιστορία για την Εστία

Το θέμα που ακολουθεί γράφτηκε κυρίως για τον κόσμο του Τύπου, τον παλαιότερο και τον νεότερο –ή τουλάχιστον για ένα μέρος του. Μπορεί, πάντως, να φανεί ενδιαφέρον και για αναγνώστες που δεν κατοικούν στον δικό μας πλανήτη, στον αστεροειδή της Ενημέρωσης. Τα δημοσιεύουμε ως ελάχιστη συνεισφορά τούτου του μπλογκ στην εκδοτική μνήμη.
***
Το κτίριο της παλιάς Εστίας, στην πλατεία Κολοκοτρώνη, έχει πίσω του μακρά ιστορία. Είναι νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που οικοδομήθηκε περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί στεγαζόταν επί δεκαετίες η εφημερίδα τής
οικογένειας Κύρου, όταν ακόμα ανήκε σε αυτήν και όταν η νέα τεχνολογία δεν είχε σαρώσει τα τελευταία απομεινάρια τής παλιάς τυπογραφίας που πεισματικά διασώζονταν –και αντιστέκονταν– στο ισόγειο της Ανθίμου Γαζή 7 (που άπτεται της πλατείας), ενώ αλλού η λινοτυπία είχε εξοβελιστεί από χρόνια.

Οδός Καρύτση, το πίσω μέρος του κτιρίου. Πίσω από
τα ρολά ήταν η χώρος που στέγαζε το παλιό κυλινδρικό
πιεστήριο τη Εστίας -το παλιότερο όλων
των εφημερίδων της εποχής 
Για την περιοχή το οίκημα ήταν (είναι) σχετικά χαμηλό. Στο ισόγειο βρισκόταν το τυπογραφείο με τις  λινοτυπικές μηχανές και πίσω από αυτό, σε ένα ελαφρώς χαμηλότερο επίπεδο, μερικών σκαλοπατιών πιο κάτω, εβρυχάτο κάθε μεσημέρι το αρχέγονο αρχετυπικό κυλινδρικό πιεστήριο που τύπωνε την εφημερίδα ανάποδα. Δηλαδή η πρώτη σελίδα ήταν στη σημερινή τελευταία και ξεφυλλιζόταν από αριστερά προς τα δεξιά. Στον δεύτερο όροφο (τόσο μικρός από τη διάταξη των χώρων, που έμοιαζε με ημιώροφο) βρισκόταν το λογιστήριο, προσβάσιμο για το κοινό προκειμένου να δώσει τις μικρές αγγελίες που ήταν, κυρίως, οι Μέλλοντες Γάμοι, τα Πένθη και κάτι που δεν υπάρχει σήμερα, τουλάχιστον στην έκταση του τότε: οι Δωρεές. Δηλαδή «ο κύριος και η κύρια Τάδε προσφέρουν το πόσον άλφα» υπέρ του ενός ή του άλλου συλλόγου, ευαγούς ιδρύματος, ναού κ.λπ. Ψυχή του τμήματος (ας το πούμε έτσι) η κυρία Νίνα, μια γηραιά αρχοντογυναίκα, με καλλιγραφικά γράμματα γεμάτα λεπτές ουρίτσες, και η οποία πέρα από τις αγγελίες είχε στην αρμοδιότητά της τη μισθοδοσία (τοποθετούσε τα χρήματα σε μικρούς φακέλους αλληλογραφίας, με τα ονόματα των εργαζομένων γραμμένα με καλλιγραφία που σπάνια, έως καθόλου, βλέπεις σήμερα.)

Η Σύνταξη, ο αρχισυντάκτης και ο διευθυντής

Στον δεύτερο όροφο, χωρισμένος σε τέσσερις μεγάλους χώρους (ο ένας σαν προθάλαμος γύρω από τον οποίο ήταν οι είσοδοι των άλλων τριών), υπήρχε μια εσωτερική ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο οροφοδιαμέρισμα του τρίτου πατώματος, σε ένα πλήρες σπίτι. Από την άλλη πλευρά τού προθάλαμου, πίσω από μια δυσδιάκριτη μικρή πόρτα, βρισκόταν μια ακόμα στενή ξύλινη σκάλα με κατάληξη στην κουζίνα και στους χώρους του υπηρετικού προσωπικού (δυο κυρίες το αποτελούσαν) και από εκεί πάλι στο οροφοδιαμέρισμα του τρίτου.
Εδώ δούλευε ο Κύρος Κύρου
Στους υπόλοιπους τρεις χώρους του δευτέρου ορόφου υπήρχε η Σύνταξη, το γραφείο του διευθυντή (απλό, λιτό, παλιό) και το γραφείο του αρχισυντάκτη. Όλοι οι συντάκτες βρίσκονταν  στον ίδιο χώρο, στο δωμάτιο της Σύνταξης, μαζί με το τηλέτυπο που κροτάλιζε δίπλα τους συνεχώς γράφοντας κρουστικά, όπως η γραφομηχανή, αλλά εκπληκτικά γρήγορα, τα τηλεγραφήματα που μετέδιδε το Αθηναϊκό Πρακτορείο. Παντού, σε όλους τους χώρους, η επίπλωση ήταν με παλιά γραφεία, τραπέζια και βιβλιοθήκες που είχαν πάνω τους έντονα την πατίνα του χρόνου.

Στο ισόγειο λειτουργούσε το τυπογραφείο με τις λινοτυπικές του μηχανές (ήταν έξι; ήταν επτά; εκεί γύρω, τέλος πάντων), το «μάρμαρο» για τη σελιδοποίηση (δηλ. μεγάλα τραπέζια με μαρμάρινη επιφάνεια), το μικρό χυτήριο (εκεί λιώνονταν οι παλιές μεταλλικές στήλες για να ξαναμπούν στις λινοτυπικές), η διόρθωση και σε ένα κομμάτι που είχε διαχωριστεί η Διεκπεραίωση: δηλαδή αρχείο παλιών εφημερίδων προς πώληση και η ετοιμασία της αποστολής φύλλων της Εστίας με το ταχυδρομείο σε όλη την Ελλάδα και όλον τον κόσμο –καθώς τότε οι συνδρομητές ήταν πάρα πολλοί.

Η «Κυρία»

Δηλαδή το ιστορικό κτίριο της Εστίας στην οδό Άνθιμου Γαζή 7 (το οποίο στο ισόγειο είναι διαμπερές και φτάνει ως την παράλληλη οδό Καρύτση, όπου βρισκόταν –δηλαδή στο πίσω μέρος– η είσοδος του πιεστηρίου) αποτελούσε ένα κάπως παράδοξο εκδοτικό οίκημα, που είχε γραφεία, λογιστήριο, τυπογραφείο πιεστήριο και –εκεί το παράδοξο– είχε και σπίτι σε ολόκληρο όροφο, τον τρίτο! Σε αυτό ζούσε η «Κυρία», όπως την ανέφεραν και την προσφωνούσαν, χωρίς το όνομά της, όλοι -συντάκτες και προσωπικό. Ήταν η χήρα του ιδρυτή της εφημερίδας Άδωνιδος Κύρου, ο εγγονός του οποίου, ο Άδωνις, υπήρξε ο τελευταίος διευθυντής της οικογένειας Κύρου στην εφημερίδα και αυτός που μαζί με τον παππού (Άδωνις Κύρου), τον θείο (Αχιλλέας Κύρου) και τον πατέρα (Κύρος Κύρου) αναφέρονται ακόμα, επί ιδιοκτησίας Φιλιππάκη, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, δίπλα από το λογότυπο. Μαζί αναφέρεται και ο συγγενής τους, Αλέξης Ζαούσης, που διηύθυνε την εφημερίδα από το 1997 έως το 2015.

Οι «μικροί» των χειρογράφων που τους έλεγαν και… Γιάννη!

Η γηραιά Κυρία κάποιες φορές την ημέρα καλούσε με ένα ηλεκτρικό κουδούνι τα παιδιά ( ή «μικρούς» όπως συνήθως τους αποκαλούσε ο διευθυντής για να τους δώσει κείμενά του) που είχαν κύριο μέλημα τη μεταφορά χειρογράφων από τη Σύνταξη στον αρχισυντάκτη (για πολλά χρόνια ήταν ο Χρήστος Αγγελομμάτης) και από εκεί στο τυπογραφείο τού ισογείου.

Αριστερά η είσοδος του κτιρίου. Πίσω από τα (ανοικτά τότε)
ρολά υπήρχε το τυπογραφείο με τις λινοτυπικές μηχανές,
ορατές σε απόσταση αναπνοής από τους διαβάτες της
Ανθίμου Γαζή. Στο ρολό, δίπλα στην είσοδο, 
ήταν η Διεκπεραίωση. 
Τα παιδιά, οι νεαροί κλητήρες δηλαδή, βρίσκονταν σε εγρήγορση στο προθάλαμο του δευτέρου ορόφου για να ανταποκριθούν στις προσκλήσεις των συντακτών, του αρχισυντάκτη και του διευθυντή. Ο Κύρος Κύρος, που έγραφε σιωπηλά, κλεισμένος σε έναν δικό του κόσμο, σπάνια μιλούσε και όταν αυτό γινόταν ήταν κυρίως με τον στενό του συνεργάτη, και κορυφαίο στέλεχος της έκδοσης, τον Γιάννη Λάμψα, ο οποίος καθόταν και δούλευε στο γραφείο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα σε εκείνο του Κύρου, στο ίδιο δωμάτιο, προς την πλευρά του παραθύρου που έβλεπε στην Ανθίμου Γαζή.

Όταν ο Κύρος Κύρου τελείωνε ένα από τα πολλά μικρά σχόλια που γέμιζαν την τελευταία σελίδα (και που πιθανόν ήταν το πιο αγαπημένο κομμάτι της εφημερίδας για τους ιδιότυπους αναγνώστες της) φώναζε τους πιτσιρικάδες μονίμως με ένα «μικρέεεε» ή, σπανιότερα, με ένα «Γιάννηηηη», χωρίς κανείς από τους «μικρούς» (παιδιά του νυχτερινού σχολείου) να έχει αυτό το όνομα. Γιατί «Γιάννη»; Επειδή, όπως λένε, πολύ παλιότερα είχε έναν Γιάννη ανάμεσα στους μεταφορείς χειρογράφων που τον αγαπούσε και όντας άνθρωπος των συνηθειών χρησιμοποιούσε το όνομά του για να φωνάζει τα παιδιά, μολονότι είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε φύγει ο Γιάννης –με το όνομα και με τη χάρη της συμπάθειας του διευθυντή!

Οι δουλειές της Κυρίας και το Σέσιλ

Αυτά τα παιδιά τα καλούσε και το κουδούνι τής Κυρίας λίγες φορές την ημέρα για να τους ζητήσει κάτι: να της πάνε μια εφημερίδα, να της πάρουν γαστριμαργικές ομορφιές από τον ιστορικό «πρώτο» Βασιλόπουλο της οδού Σταδίου (από εκεί άρχισε η επιχείρηση, από εκεί και το διαφημιστικό σλόγκαν «και του πουλιού το γάλα», και πραγματικά είχε μοναδικά προϊόντα), να αγοράσουν γλυκά από του Ζόναρς ή να μεταφέρουν κάποιο μήνυμά της στον διευθυντή γιο της.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Κυρία δεν είχε ευχέρεια στις κινήσεις και ουδέποτε κατέβαινε στον δεύτερο όροφο. Μια φορά την ημέρα ανέβαινε να την δει με μεγάλες δρασκελιές, σκαρφαλώνοντας δυο-δυο τα ξύλινα σκαλοπάτια που έτριζαν, ο γιος της, ο Κύρος Κύρου. Ήταν ένας ευσταλής μεσόκοπος, πολύ σοβαρός, εξαιρετικά λιγομίλητος, με αυστηρό ντύσιμο (σκούρο κουστούμι, γκρίζα φαρδιά και μακριά καμπαρντίνα που σπάνια αποχωριζόταν), ευγενικός πάντως και ας έδειχνε το παρουσιαστικό του σκληρά χαρακτηριστικά.

Τα καλοκαίρια η Κυρία έκανε τις διακοπές της στο ιστορικό Σέσιλ, στην Κηφισιά, και εκεί κάθε μεσημέρι κάποιο από τα παιδιά τής πήγαινε ένα φύλλο της Εστίας, άλλα έντυπα και ό,τι άλλο μπορεί να είχε ζητήσει να της αγοράσουν και να της στείλουν.

Ο υιός Άδωνις

Αντίθετα με τον Κύρο Κύρου, ο γιος του, ο Άδωνις (φωτογραφία, αριστερά), μπορεί να είχε ανάλογη σοβαρότητα, να ήταν και αυτός φειδωλός στα λόγια, αλλά ντυνόταν σικάτα μεν, μοντέρνα δε για την εποχή: κομψά σακάκια, καλλίγραμμα παντελόνια, με φαρδιά μπατζάκια, της μόδας, άψογα πουκάμισα και μαλλιά πολύ πλούσια, κατσαρά και περιποιημένα –σε μια εποχή που οι μακρυμάλληδες δεν ήταν αρεστοί στους «καθώς πρέπει».
Άδωνις Κύρου, ο νεότερος 
Ωραίος τύπος, καθόλου επηρμένος, και καθόλου «Εγώ, ο γιος». Αντίθετα, πολύ εργατικός, μορφωμένος, που τον έβρισκες άλλοτε να γράφει αδιάκοπα, άλλοτε να διορθώνει και άλλοτε να είναι επί ώρες στο τυπογραφείο πάνω από τις σελίδες. Εκεί, στο τυπογραφείο, κατέβαινε στην τελευταία φάση της έκδοσης και ο Κύρος Κύρου για το «κλείσιμο», αν θυμάμαι καλά συνήθως (αν όχι πάντα) με την καμπαρτίνα του...

Πραγματικά απογευματινή εφημερίδα

Η Εστία εκείνα τα χρόνια ήταν η μοναδική εφημερίδα της οποίας η διανομή γινόταν αποκλειστικά σε δική της ώρα, αργά το μεσημέρι. Ουσιαστικά δηλαδή, κι όχι κατά δήλωση όπως οι άλλες, ήταν απογευματινή εφημερίδα. Οι υπόλοιπες τυπώνονταν αξημέρωτα και διανέμονταν από τις πρωινές ώρες, τότε δηλαδή που στην Ανθίμου Γαζή άρχιζαν να δουλεύουν. Οι συντάκτες πήγαιναν στο γραφείο γύρω στις επτά το πρωί, ενώ την ίδια ώρα περίπου άρχιζε η δουλειά στο τυπογραφείο. Ο Κύρος Κύρου έγραφε τα περισσότερα μικρά και πολλά σχόλια που γέμιζαν όλη την τελευταία σελίδα Κόσμος λεγόταν η στήλη, αν δεν με απατά η μνήμη μου) και τα οποία αποτελούσαν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της εφημερίδας για τους ιδιότυπους, συντηρητικούς, κυρίως ηλικιωμένους, αναγνώστες της.

Το εξασέλιδο (και σπάνια οκτασέλιδο) μεγάλου σχήματος της Εστίας ετοιμαζόταν περίπου μέσα σε ένα εξάωρο ή οκτάωρο, αλλά προετοιμαζόταν με «παγωμένα» κομμάτια-ψυγείου (ακτουαλιτέ τα έλεγαν τότε, και δεν ξέρω μέχρι πότε υπήρχε αυτός ο όρος.) Ουσιαστικά, δηλαδή, η Εστία ήταν η μοναδική πραγματικά απογευματινή εφημερίδα (έστω μεσημβρινή για να κυριολεκτούμε), αφού ενημερωνόταν αρκετό χρόνο μετά την κυκλοφορία των άλλων και το πιεστήριό της τύπωνε κατά το μεσημέρι.

Ντιλιβεράδες χειρογράφων από την Πλάκα στην Άνθιμου Γαζή

Ο διευθυντής και ιδιοκτήτης, ο Κύρος Κύρου, άρχιζε να γράφει πολύ νωρίς από το σπίτι του, ένα αρχοντικό στην Πλάκα. Από εκεί έπαιρναν καθημερινά τα «παιδιά» τα χειρόγραφά του, κατά τις 10 το πρωί, και τα μετέφεραν στα τυπογραφεία της Ανθίμου Γαζή. Αργότερα την ημέρα, μετά από τις 10-11, ο Κύρος Κύρου πήγαινε στα γραφεία συνοδευόμενος από έναν αστυνομικό με πολιτικά –επί πολλά χρόνια ο ίδιος πάντα, ο «κύριος Λεωνίδας», αν ενδιαφέρει η λεπτομέρεια–, επειδή κάποτε, προδικτατορικά, είχε γίνει απόπειρα να επιτεθούν στον Κύρου μέσα στα γραφεία.
(Στα χρόνια της δικτατορίας, και ανεξάρτητα από εκείνη την επίθεση, είχε τοποθετηθεί στην είσοδο του κτιρίου, κάτω από μια παράπλευρη σκάλα, εκρηκτικός μηχανισμός που προκάλεσε μικρές υλικές ζημιές, όχι θύματα.)
Κάθε καλοκαίρι και για μικρό διάστημα, ο Κύρος Κύρου διέμεινε με τη σύζυγό του στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια, στο Σύνταγμα, όπου εξακολουθούσε να εργάζεται και από εκεί να μετακινείται καθημερινά στα γραφεία της Ανθίμου Γαζή 7 –ούτε δύο χιλιόμετρα απόσταση. Από το Μ. Βρετάνια συνέχιζε να στέλνει τα πρώτα χειρόγραφα της ημέρας με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με τους «μικρούς», αυτούς τους αεικίνητους ντιλιβεράδες χειρογράφων!

Τι σώζεται σήμερα

Για την ιστορική Εστία μεγαλύτερη σημασία έχει ότι διασώζεται ο τίτλος της. Παρά το πέρασμα του χρόνου η εφημερίδα μπόρεσε ένα κρατήσει μερικά από τα παλιά της στοιχεία, όπως είναι:

** Η ξεπερασμένης αντίληψης απλότητα των σελίδων της (λίγες έως καθόλου φωτογραφίες, μεγάλα κείμενα, σε μονόστηλο σχήμα.)

** Η καθαρεύουσα (με αρκετές εκπτώσεις σήμερα, πάντως, και με τη Γ' κλίση να έχει περιοριστεί.)

** Κάποιες στήλες όπως είναι οι πρωτοσέλιδες Πεννιές Ειδησούλες και Περίεργα. Πρόκειται για μια πολύ παλιά στήλη, αλλαγμένη όμως ως προς το περιεχόμενό της. Τώρα βασίζεται στο εξωτερικό δελτίο και στο μεταφραστικό, ενώ παλιά είχε, σε αστερίσκους, ανάλαφρες ειδήσεις και στιγμιότυπα από την ελληνική ζωή και γραφόταν συλλογικά με τη συνεισφορά όλων των συντακτών («Στείλτε ''Πενιές''», φώναζε ο αρχισυντάκτης.) Από εκεί μάλιστα άρχισαν με «βούλες» οι πρώτες αθλητικές πληροφορίες της Εστίας (γραμμένες από κάποιο «παιδί» που αργότερα, στην εφηβεία του, άρχισε από την Εστία τα πρώτα μικρά βήματά του ως δημοσιογράφος) για να ακολουθήσει αργότερα αυτόνομη αθλητική στήλη (περίεργο για την Εστία την εποχή που καθιερώθηκε, νομίζω με απόφαση του νεαρού Άδωνη) που έγραφε ο αείμνηστος Άγης Βούρβουλης, αστυνομικός συντάκτης της εφημερίδας που παράλληλα εργαζόταν ως αθλητικός στην Αθλητική Ηχώ.

** Το χρονογράφημα στη βάση της πρώτης σελίδας, που παλιά έγραφε μέρα παρά μέρα ο Σπύρος Μελάς και στα ρεπό του άλλος εξωτερικός συντάκτης με το ψευδώνυμο Ο Άλλος. Σήμερα, την στήλη στην ίδια θέση γράφει ο Δημήτρης Καπράνος, άλλοτε συνάδελφός μας του «διπλανού γραφείου» σε αθλητική εφημερίδα, στα πρώιμα δημοσιογραφικά μας βήματα.

Οι αλλαγές στην τεχνολογία

Φυσικά η εξέλιξη αφαίρεσε και πολλά στοιχεία της παλιάς Εστίας, κυρίως στον τεχνολογικό τομέα. Η λινοτυπία εγκαταλείφθηκε για να παραχωρήσει τη θέση της στη λεγόμενη «φωτοσύνθεση», δηλαδή στην πληκτρολόγηση των κειμένων σε υπολογιστές, κάτι που πρόσφερε ευκολίες, ασύλληπτες πριν από μερικές δεκαετίες στην τυπογραφία. Με αυτήν άλλαζαν πανεύκολα οι γραμματοσειρές, γίνονταν στο άψε σβήσε οι τίτλοι (προηγουμένως οι τυπογράφοι-μαρμαράδες τους συνέθεταν γράμμα-γράμμα στο χέρι με το συνθετήριο), άλλαζαν με το πάτημα ενός πλήκτρου τα σχήματα των κειμένων (μονόστηλο, δίστηλο, μιάμιση στήλη κ.λπ.) ενώ πριν χρειαζόταν γι αυτό ολόκληρη διαδικασία για τις λινοτυπικές μηχανές –μια διαδικασία που απαιτούσε χρόνο και κόπο, με... βιδώματα και ξεβιδώματα!
Το κλαβιέ (πληκτρολόγιο) λινοτυπικής μηχανής της Εστίας
Γι αυτό παλιά στις εφημερίδες (όχι μόνο στην Εστία) οι αλλαγές σχημάτων, δηλαδή πέρα από το σύνηθες μονόστηλο των εννέα ή των δέκα τυπογραφικών τετραγώνων, δεν ήταν πολλές. Και αν έπρεπε οπωσδήποτε να γίνουν (κυρίως για τους προλόγους των κειμένων) τη δουλειά έκανε μόνο μία μηχανή (ή περισσότερες, ανάλογα με τον φόρτο) ώστε οι άλλες να μην καθυστερούν με τις αλλαγές στην παραγωγή κειμένων, δηλαδή στην πληκτρολόγηση των χειρογράφων των συντακτών (σήμερα οι δημοσιογράφοι πληκτρολογούν στους υπολογιστές τα κείμενά τους και πάνε έτοιμα για σελιδοποίηση χωρίς την παρεμβολή φωτοσυνθετών και φωτοσυνθετριών όπως άλλοτε).

Οι αναγνώστες: πόσο αστείρευτοι είναι;

Φυσικά, η νέα τεχνολογία συμπαρέσυρε και το παλιό ασθματικό πιεστήριο της Εστίας, αφού έπαψαν  παγκοσμίως να παράγονται τα ανταλλακτικά του και, κυρίως, τα υλικά για την εκτύπωση, όπως λόγου χάρη ήταν οι «μήτρες», δηλαδή τα χοντρά χαρτόνια που ήταν απαραίτητα για την κυλινδροποίηση των μεταλλικών σελίδων προκειμένου να τοποθετηθούν στους κυλίνδρους του πιεστηρίου. (Μια διαδικασία με χυμένο μολύβι σε ειδική φόρμα που είναι δύσκολο να περιγραφεί γραπτώς και να γίνει κατανοητό.)

Είναι ευτύχημα, πάντως, ότι η Εστία εξακολουθεί να υπάρχει ως τίτλος, αλλά και ως δημοσιογραφική και τεχνική νοοτροπία. Θυμάμαι δεκαετίες πριν, όταν μεταξύ σοβαρού και αστείου έλεγαν/λέγαμε ότι σιγά σιγά οι μεγάλης ηλικίας αναγνώστες της Εστίας πεθαίνουν και σε λίγο δεν θα υπάρχει κανείς να τη διαβάζει. Ευτυχώς, ο χρησμός δεν επαληθεύεται. Η Εστία ζει (προφανώς με μεγάλες δυσκολίες) μετά την αγορά της από τις εκδόσεις Φιλιππάκη, ανανεώνεται με διευθυντή τον Μανώλη Κοττάκη στο μέτρο που της επιτρέπει το γονιδίωμά της, έχει θέματα, κατά καιρούς αποκλειστικά, κάνει παρεμβάσεις που ενοχλούν και εξακολουθεί να ζει. Όπως ζουν και οι αναγνώστες της μέσα από μια αστείρευτη πηγή που τροφοδοτεί το κοινό της –έστω και αν γίνεται αυτό με ρυθμό στάγδην. Πόσοι είναι οι αναγνώστες; Άγνωστο, αφού και αυτή περιλαμβάνεται στις εφημερίδες που δεν ανακοινώνουν την κυκλοφορία τους. Κρίμα…

Κρίμα που δεν ξέρουμε πόσοι είναι αυτοί οι «συλλεκτικοί» αναγνώστες· κρίμα που είναι λίγοι, προφανώς· κρίμα που πέρασαν τα χρόνια, και μερικά από τα περασμένα καταγράφονται σε περίπου δυόμιση χιλιάδες λέξεις που διαμορφώνουν αυτήν την περιγραφή. Φαίνονται πολλές, αλλά δεν είναι για να χωρέσουν ένα κομμάτι ζωής «πίσω από τη βιτρίνα» μιας ιστορικής εφημερίδας. Της ιστορικότερης εν ζωή.

Διον. Βραϊμάκης

ΟΙ ΦΩΤΟΦΡΑΦΙΕΣ: Τη φωτογραφία του Άδωνη Κύρου πήραμε από παλαιότερο ρεπορτάζ του popaganda.gr. Οι υπόλοιπες που εικονίζουν εσωτερικούς χώρους (και το κλαβιέ της λινοτυπικής μηχανής) είναι του Σπύρου Σταβέρη, δημοσιευμένες το 1992, και τις πήραμε από θέμα του lifo.gr. Οι φωτογραφίες των εξωτερικών χώρων είναι του Harddog

** Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ, αν βρίσκετε ενδιαφέρον το μπλογκ και θέλετε να κάνετε like.