Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Ένα «Ευχαριστημένο» που επανήλθε

ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΛΙΓΟ...

Οι θεατρικές παραστάσεις είναι από τη φύση τους θνησιγενείς. Από την πρώτη τους μέρα αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση προς το θάνατό τους. Όσο μεγάλες επιτυχίες να γίνουν, όσο χρόνο ή χρόνια
να μείνουν στη σκηνή, είναι καταδικασμένες να βουλιάξουν στο παρελθόν και, το πολύ πολύ, να αφήσουν τα ίχνη τους με κάποιες φωτογραφίες. Επιβιώνουν μόνο στη μνήμη των θεατών και εκεί με τον καιρό ξεθωριάζουν. Άδικο; Άδικο! Γιατί:

**  Πόσοι γνωρίζουν, με προσωπική άποψη και όχι από όσα έχουν διαβάσει, πόσο σπουδαία παράσταση, ήταν Το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε του 1961 με τη σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυράτ, τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και με τη σύσταση, νομίζω για πρώτη φορά, του Πιραντέλο στο ελληνικό κοινό;
** Πόσοι υπάρχουν σήμερα από εκείνους που είδαν με τα μάτια τους, τον ίσως καλύτερο μονόλογο της θεατρικής μας ιστορίας, δοσμένο με πληθωρικό ταλέντο από την Έλλη Λαμπέτη, στο Δεσποινίς Μαργαρίτα το 1975;
** Πόσοι, από όσους την παρακολούθησαν, θα θυμούνται σε μια δυο δεκαετίες, τόσο δυνατά όσο σήμερα, την εκπληκτική επιτυχία τής παράστασης Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με τη Νένα Μεντή, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια – μια θεατρική δουλειά που δεν ξέρω για πόσες περιόδους παίχθηκε (πέντε; έξι; παραπάνω;) αλλά είχε πάλι προδιαγεγραμμένο τέλος;

Η κινηματογραφική δημιουργία επιβιώνει για πάντα, αντίθετα με τη θεατρική. Το πρώτο βήμα του κινηματογράφου, με τον τρένο των αδερφών Λιμιέρ που «επιτίθεται» στο κοινό καθώς κατευθύνεται κατά πάνω τους από την οθόνη (έτσι αυτοί νομίζουν, ανυποψίαστοι καθώς είναι για το ασύλληπτο θαύμα της κινούμενης εικόνας, και σηκώνονται πανικόβλητοι από τις θέσεις τους για να μην τους πατήσει), υπάρχει και θα υπάρχει. Ο Μεγάλος Δικτάτορας με τον Τσάρλι Τσάπλιν, η Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου (το ντεμπούτο του), ο Τζίμης ο Τίγρης, δηλαδή η πρωτόλεια μικρού μήκους του Βούλγαρη, το Όσα παίρνει ο άνεμος, όλα αυτά και άλλα εκατοντάδες αριστουργήματα, υπάρχουν και θα υπάρχουν –ας χάνεται η ιστορία τους στο χρόνο. Το κινηματογραφικό Σικάγο, εκείνο το απολαυστικό μιούζικαλ, διασώζεται σε μπομπίνες ή ψηφιοποιημένο, ενώ όλα τα θεατρικά Σικάγο, στην Ελλάδα και ανά τον κόσμο, που ενδεχομένως σημείωσαν μεγαλύτερη καλλιτεχνική επιτυχία (η παράσταση του Λονδίνου διήρκεσε περίπου 15 χρόνια), έχουν «αυτοδιαλυθεί». Αλλά οι ερμηνείες της Ρενέ Ζελβέγκερ και της Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, στο κινηματογραφικό μιούζικαλ, θα παραμείνουν στο διηνεκές για να τις θαυμάζει το κοινό

Τα θεατρικά έργα επανέρχονται ξανά και ξανά με άλλη οπτική, με άλλα σκηνικά, σε άλλα θέατρα, με άλλους σκηνοθέτες, με άλλους ηθοποιούς και άλλες μουσικές. Όμως, σπάνια μια παράσταση ανεβαίνει ξανά όπως ήταν, με τους ίδιους ή σχεδόν τους ίδιους, συντελεστές, στους ίδιους χώρους. Και σε αυτήν τη σπανιότητα εντάσσεται του Ευχαριστημένο που είχε διαγράψει μια εξαιρετική θεατρική πορεία στο... Πορεία ως τον Μάιο του 2018 και επανήλθε φέτος για λίγες παραστάσεις στο ίδιο θέατρο, με την ίδια σκηνοθεσία, με τα ίδια σκηνικά, με τους ίδιους ηθοποιούς, πλην μιας αντικατάστασης, και με το ίδιο λαμπρό θεατρικό αποτέλεσμα. Τότε η παράσταση για τη ζωή του Καραγάτση (γραμμένη θεατρικά από την κόρη του, Μαρίνα, σκηνοθετημένη από τον εγγονό του, Δημήτρη Τάρλοου) με είχε αιφνιδιάσει θετικά. Με γοήτευσε! Τώρα, αν και δεν υπήρχε ο αιφνιδιασμός της πρώτης φοράς, η γοητεία ήταν η ίδια. Είδα πάλι μια παράσταση που θα μείνει στη μνήμη μου για όσο· και έως τότε δύσκολα θα ξεθωριάσει... Γι’ αυτό μεταφέρω με αντιγραφή-επικόλληση ό,τι σχολίασα τότε, περί τα τέλη της θεατρικής περιόδου 2017-18. Αν σας εξιτάρουν όσα πιο πάνω διαβάσατε, ρίξτε μια ματιά:

Ο Καραγάτσης πίσω από την κουρτίνα...

ΘΑΡΡΑΛΕΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑ ΜΕΛΗ - ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΣΕ ΓΕΜΙΖΕΙ ΘΕΑΤΡΟ...

Πώς είναι να σκηνοθετείς ένα κομμάτι από τη ζωή τού δημοφιλούς παππού σου, σε κείμενο που στηρίζεται σε οικογενειακό αφήγημα της μητέρας σου, με περιγραφές που αφορούν συγγενικά πρόσωπα (παρηκμασμένους θείους λ.χ.) από ένα παρελθόν φορτωμένο εικόνες, συναισθήματα και συγκινήσεις; Το ερώτημα το απάντησε ανεβάζοντας «Το Ευχαριστημένο» στο Θέατρο Πορεία ο Δημήτρης Τάρλοου, εγγονός του Μ. Καραγάτση (κατά κόσμο Δημητρίου Ροδόπουλου) και της ζωγράφου Νίκης Καραγάτση και γιος της Μαρίνας Καραγάτση. Η οποία σε ένα μοναδικό έργο ζωής φώτισε, ανάμεσα σε άλλα, τον βίο του πατέρα της. Και το έκανε παρουσιάζοντας αδρά όχι τον συγγραφέα αλλά τον άνθρωπο-Καραγάτση με όλα τα, κυρίως, αρνητικά χαρακτηριστικά του. Με τις μικρότητές του, με το γιγάντιο Εγώ του, με την ισοπεδωτική συμπεριφορά του απέναντι σε κόρη, σύζυγο, υπηρετικό προσωπικό και περίγυρο, με τις εκρήξεις θυμού του, με τις συζυγικές απιστίες του.

Το εγχείρημα ήταν δύσκολο για δύο βασικούς συντελεστές:
Η Μαρίνα Καραγάτση
** Για τη θυγατέρα Καραγάτση να καταγράψει παιδικές μνήμες χωρίς να τις λογοκρίνει «για τα μάτια του κόσμου», αλλά με στόχο να βγάλει αφτιασίδωτες προς τα έξω οικογενειακές εικόνες, όχι πάντα ευχάριστες και εν πολλοίς άγνωστες στο πλατύ κοινό.
** Για τον εγγονό Καραγάτση που έπρεπε να παραμερίσει συναισθηματικές δεσμεύσεις και να σκηνοθετήσει μια παράσταση χωρίς τον φόβο της έκθεσης ενός μεγάλου της ελληνικής λογοτεχνίας.

Τα απειλητικά ρίσκα που ξεπεράστηκαν 

Η βιογραφία, που ολοκλήρωσε και εξέδωσε πριν από δέκα χρόνια η Μαρίνα Καραγάτση, ανέβηκε θεατροποιημένη στη ζεστή και μοντέρνα σκηνή του Θεάτρου Πορεία με ευρηματική σκηνοθεσία, εξαιρετικές ερμηνείες και πρωτότυπη σκηνογραφία που υπογράφει η Ελένη Μανωπούλου. Όλοι παίρνουν τα απειλητικά ρίσκα που έχει αυτή η προσπάθεια και τελικά παραδίδουν στο κοινό ένα άριστο αποτέλεσμα.

ΡΙΣΚΟ ΠΡΩΤΟ: Το εγχείρημα να γίνει θεατρικό έργο μια προσωπική λογοτεχνική αφήγηση. Θα μπορούσε να κουράσει, να κάνει κοιλιά (δεν το απέφυγε για πολύ λίγο σε ένα σημείο, στη μέση της παράστασης), να χαθεί η θεατρικότητα, η δράση, η αμεσότητα των διαλόγων, ο χαρακτήρας των ηρώων και στο τέλος της ημέρας να έχει μείνει στον θεατή η λογοτεχνική και όχι θεατρική γεύση, κάτι που δεν συνέβη –το αντίθετο.
Η οικογένεια πίσω από την κουρτίνα
 ΡΙΣΚΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Η εξέλιξη της παράστασης έγινε στο μεγαλύτερο μέρος της πίσω από μια διαφανή κουρτίνα, που καλύπτει ημικυκλικά όλη τη σκηνή. Υπήρχε το ενδεχόμενο να κουραστεί ο θεατής; Υπήρχε! Ιδιαίτερα επειδή μέσα στη σκηνή βρισκόταν μια δεύτερη, μικρότερη, ημιδιαφανής κουρτίνα (επίπεδη αυτή) που όριζε το γραφείο του Καραγάτση. Ωστόσο, αυτό το σκηνογραφικό εύρημα, με τις δύο σχεδόν επάλληλες κουρτίνες πίσω από τις οποίες εξελίσσονταν καταστάσεις, λειτούργησε γοητευτικά για τη δουλειά του Δημήτρη Τάρλοου. Έδινε τη θαμπάδα της μνήμης, την αχλή του χρόνου, την απόσταση από το «σήμερα». Και από ένα σημείο ξεχνούσες ότι υπάρχουν. Οι φωτισμοί, η δράση, οι καλές ερμηνείες, τα πολλά τεχνικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν, αξιοποίησαν το σκηνικό εύρημα και, τελικά, του έδωσαν ένα μεγάλο θετικό πρόσημο. Στο τελευταίο μέρος η κουρτίνα έχει ανασυρθεί και βλέπουμε τα τέσσερα πρόσωπα που δεν είναι εν ζωή να συζητούν σε μια νησιώτικη αυλή του Παραδείσου. Εξαγνισμένοι, χωρίς τα ανθρώπινα στοιχεία που κουβαλούσαν. Αυτοκριτικοί και δικαιωμένοι.

Ζωντανεύει ακόμα και η παλιά Εστία!

Ο Δημήτρης Τάρλοου δούλεψε όλο αυτό το υλικό, ανθρώπινο και μη, με έμπνευση και, φαντάζομαι, με ανυποχώρητη επιμονή στις πρόβες. Έκανε πολύ προσεκτική επιλογή των ηθοποιών (λένε πως ο Χρήστος Μαλάκης θα μπορούσε να είναι και σωσίας του Καραγάτση!) και σμίλεψε την παράστασή του με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια. Συνεπής στην εποχή, στα ρούχα, στα μαλλιά, στους χώρους, στα σπίτια (με τις σανίδες που τρίζουν), στην τετράγωνη κασετίνα των τσιγάρων του συγγραφέα (ήταν άραγε το παλιό πολυτελές Delice, όπως μου φάνηκε από ένα ελάχιστο κόκκινο που διέκρινα;), ακόμα και στην εφημερίδα που διάβαζε ο Καραγάτσης. Είδαμε ένα παλιό φύλλο της Εστίας, νομίζω από τότε που τυπωνόταν ανάποδα, με την πρώτη σελίδα να είναι στην αντίστοιχη τελευταία των σημερινών εφημερίδων και να ξεφυλλίζεται από τα αριστερά προς τα δεξιά.


Η Σίσσυ Τουμάση (Μαρίνα)
Οι ήχοι και οι φωτισμοί έπαιξαν με τρόπο που ξεχώριζε τον δικό τους ρόλο. Οι θόρυβοι από το βίαιο κλείσιμο της πόρτας τού γραφείου στις εκρήξεις του Καραγάτση, τα τριξίματα της σανίδας του πατώματος στις ακροποδητί κινήσεις των μελών της οικογένειας (για να μην ενοχλήσουν τον συγγραφέα που απαιτούσε απόλυτη σιωπή όταν προσπαθούσε να κοιμηθεί για να απαλλαγεί από τις χρόνιες αϋπνίες του), τα «πλατς» από τις στάλες στη σκηνή του Παραδείσου, με το εντυπωσιακό εφέ που έδινε την εντύπωση ότι έπεφταν πραγματικά νερά –αλλά η σκηνή φαινόταν ολόστεγνη– μεγαλώνουν το αίσθημα θεατρικής πληρότητας με το οποίο φεύγει ο θεατής από την οδό Τρικόρφων -ένα μικρό δρομάκι, μια οδική απόφυση της Γ΄ Σεπτεμβρίου, που τόσα χρόνια το νιώθουμε σαν να είναι οικογενειακό, παρεΐστικο, προσωπικά για τον καθένα από εμάς που το επισκεπτόμαστε, για να μην πω ένας δρόμος αποκλειστικά για το Πορεία.

Ο Δημητράκης-φόβητρο

Φυσικά, σε αυτήν την πληρότητα που σε κατακλύζει φεύγοντας, μεγαλύτερη συμμετοχή έχουν οι ηθοποιοί. Ο Χρήστος Μαλάκης ζωντάνεψε στη σκηνή έναν Καραγάτση γήινο, ανθρώπινο, με αδυναμίες –δηλαδή το ακριβώς αντίθετο της αγιογραφίας που συχνά γίνεται για μεγάλες προσωπικότητες.
Ο Καραγάτσης
Επιβλητικός, με στεντόρεια φωνή στα ξεσπάσματά του, ισοπεδωτικός όταν επιτιμούσε τη 14χρονη Μαρίνα (την ενσάρκωσε με τρυφερότητα, αγνότητα και κατανόηση για τον πατέρα της, η Σίσσυ Τουμάση), έδωσε ζωντάνια σε έναν «Δημητράκη»-φόβητρο  για όλους στο σπίτι.

Η Σμαράγδα Σμυρναίου (διαχρονική αγαπημένη μας θεατρική μορφή από την εποχή του Ελευθέρου Θεάτρου) απέδωσε θαυμάσια τη γιαγιά-αρχόντισσα της Άνδρου, με ένα έξοχο γλωσσικό μείγμα: καθαρεύουσα εποχής και ντοπιολαλιά του νησιού.
Η Ειρήνη Δράκου (Νίκη)
Η Ειρήνη Δράκου έβγαλε τη γλυκύτητα, τη σεμνότητα, τη στωικότητα και την απέραντη κατανόηση της ζωγράφου Νίκης Καραγάτση για τον άνδρα της. Η Νίκη ανέδειξε το ταλέντο της μετά τον θάνατο του συγγραφέα, κάτι που αναγνωρίζει ο ίδιος στην τελευταία σκηνή. Τι θα γινόταν, λέει, αν δεν πέθαινε στα 52 του αλλά στα 80... 

Τραγικό πρόσωπο από τα 13 της

Όμως ο ρόλος-θεμέλιο είναι αυτός της Λασκαρώς. Η οποία επειδή έχασε την αγνότητά της, παιδί ακόμα, δουλεύοντας στην Αίγυπτο σε κάποιον «καθωσπρέπει» οικογενειάρχη (εξ Άνδρου), μέλος μιας υποκριτικής ανώτερης τάξης, εξαναγκάστηκε σε έναν καταδικαστικό γάμο με ανάπηρο (αόμματο), βίαιο άντρα τον οποίο μετά από χρόνια εγκατέλειψε, μαζί και τα παιδιά της, για να βρει καταφύγιο ως υπηρέτρια σε ένα ανδριώτικο σπίτι τής Αθήνας, που έμελε να είναι αυτό του Καραγάτση.

Η Καίτη Μανωλιδάκη (Λασκαρώ)
Η Καίτη Μανωλιδάκη –ίσως σε έναν ρόλο ζωής– ορθώνει στη σκηνή μια συναρπαστική Λασκαρώ που γίνεται συγκλονιστικότερη σε δύο από τους τρεις μονολόγους της:
** Στον πρώτο, στον οποίο περιγράφει τη βασανιστική ζωή στον γάμο της, την έλλειψη συμπαράστασης από τον πατέρα της (γιατί «η γυναίκα πρέπει να ακούει τον άντρα, γύρνα  πίσω») όταν καταφεύγει σε αυτόν δαρμένη).
** Και στον τρίτο, στον οποίο εξιστορεί την προσωπική της τραγωδία με τον βιασμό από τον (άρχοντα) αφεντικό της που την αφήνει έγκυο στα, περίπου, 13 της χρόνια! Και μιλάμε –για να μην ξεχνιόμαστε– για πραγματική ιστορία και όχι για μελό δραματουργικό εύρημα.

Υπερπλήρης Θεάτρου…

Αν είναι καλή, κακή ή μέτρια μια παράσταση, το καταλαβαίνεις ευκολότερα –άσχετα με την όποια θεατρική σου παιδεία– από το πόσο γεμάτος ψυχικά φεύγεις από το θέατρο. Και προσωπικά έφυγα υπερπλήρης από το Πορεία που ήταν αγαπημένος μας θεατρικός χώρος από τα (πολύ) νεανικά μας χρόνια, από την εποχή του Λεωνίδα Τριβιζά. Ωραία βραδιά. Και απομένουν τόσες λίγες, ως το τέλος Μαΐου, για «Το Ευχαριστημενο». Όποιος προλάβει, πάει και γεμίζει από Θέατρο. Για να περάσει το καλοκαίρι…

Διον. Βραϊμάκης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΟΤΕΡΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
1) Το χάος μεταξύ κοινού και κριτικών όταν το βλέπεις «Ψηλά από τη γέφυρα» 
2) Η παράσταση της Ευτυχίας 
3) Σαββατόβραδο με τον Ευριπίδη

Ακολουθήστε το μπλογκ στο facebook και κάνετε like, αν σας αρέσει, πατώντας εδώ