Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Ο θάνατος της τρυφερής γειτόνισσας του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου

Έμαθα σήμερα αργοπορημένα το θάνατό της. Η Μπάρμπαρα Φιλντς, πέθανε τον Ιούνιο και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στη θάλασσα της Τήνου, που την αγαπούσε και είχε εκεί το εξοχικό της.
Έμενε στην απέναντι πόρτα, στο παλιό διαμέρισμα που νοίκιαζα στη Φωκυλίδου. Δούλευα στην Ελευθεροτυπία τότε και πέρναγα φάση ψιλοκατάθλιψης. Μου χτύπησε το κουδούνι με τον αέρα της sophisticated Αμερικάνας
και μπούκαρε σχεδόν χωρίς απάντηση στο βομβαρδισμένο διαμέρισμα που δεν είχε καν γλόμπους μιλώντας και γελώντας ακατάπαυστα. 

Με είχε φρικάρει η θετικότητά και ενέργειά της, ενώ εγώ ζήταγα σκοτάδι, ποτό και μουσική στα ακουστικά. Δεν μάσησε από τον αρνητικό μου τρόπο. Επέμεινε. Και τελικά κατάφερε να αποκαταστήσει μια υποτυπώδη σχέση που βαθμηδόν έγινε συμπάθεια. Η τρυφερότητα των γειτόνων. Έχεις ένα λεμόνι; Έχεις καφέ; 

Με αντιμετώπισε σαν άνθρωπο με ειδικές ανάγκες ― και με κέρδισε. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα, που γύρναγα χαράματα και έβαζα σουρωμένος βινύλια έξω φωνή. 

Είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ακολουθώντας τον δεύτερο άντρα της, τον ποιητή και εκδότη Ντίνο Σιώτη, ο οποίος ήταν επίσης έξω καρδιά και στο ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας είχε εγκαταστήσει τα γραφεία του λογοτεχνικού περιοδικού «Ρεύματα». Δεν θυμάμαι αν μαγείρευε αυτή ή ο Ντίνος, τα δείπνα της όμως ήταν  πεντανόστιμα

Ζούσαν με ένα τρόπο που μου ήταν ξένος. Με ξύπναγε το πρωί της Κυριακής για να πάω με τις τσίμπλες στο μπραντς της με καλλιτέχνες και συγγραφείς (θυμάμαι την Φαραντούρη, την Έρση Σωτηροπούλου, την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ -σαμπάνια και έξοχα μεζεδάκια), κι αργότερα, όταν ίδρυσε το πρωτοποριακό The Food Company στο  νεοκλασικό της γωνίας Αναγνωστοπούλου και  Δημοκρίτου, να μου λέει «Έλα με την παρέα σου… είναι νόστιμο… είναι ωραίο».

** Απόσπασμα από κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου στο lifo.gr. Διαβάστε το ολόκληρο εδώ