Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019

Η γειτονιά με τις πισίνες κι ο παλιός αστέρας που του παίρνουν τη βίλα

Tου βγάζουν το βίλα στο σφυρί με τιμή εκκίνησης πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Σε κομμάτι-φιλέτο είναι το ακίνητο. Πολυτελές, σε γειτονιά με «αστέρια» παντός είδους: επιφανείς πρώην πολιτικούς (των καλών ημερών του ΠΑΣΟΚ), ηθοποιούς, επιχειρηματικά μεγαλοστελέχη –γενικά γεμάτη η γειτονιά από αυτό το είδος των σελέμπριτις που θάλλει και κάποτε απλωνόταν αγοράζοντας και φτιάχνοντας κτίρια στην κάπως ορεινή πλευρά της Αττικής: στη Ζώνη
Όψιμων Φραγκάτων. Και απλωνόταν σαν τροπικό δάσος σε ακαλλιέργητες γαίες το τσιμέντο πολυτελείας με τις πισίνες, τα είκοσι υπνοδωμάτια, τις τριάντα τουαλέτες και δεν ξέρω με τα πόσα WC.

Τότε έρρεε το χρήμα στα πόδια τού περί ου. Γιατί να μη φτιάξει μια βίλα πλάι στους βιλάτους, εκεί που άλλοι ρίχνουν κότερα πλάι στους κοτεράτους; Μια οικογένεια είμαστε στη γειτονιά με τις πισίνες• ομογενοποιημένοι φραγκάτοι, επιφανείς γείτονες. Βγαίνεις στον κήπο και καλημερίζεις τον Τάδε, ανοίγεις τη γιγάντια γκαραζόπορτα και βλέπεις να περνάει απ' έξω το 4Χ4 θηρίο τού Δείνα: «Καλημέρα σας! Να βρεθούμε το βράδυ. Στο κονάκι μου; Α, όχι• καλύτερα στο φτωχικό σας με τη νεροτσουλήθρα, να παίξουν και τα παιδιά. Ωραία, θα φέρω εγώ τις Ντομ Περινιόν! Χα χα χα, πώς τα λέτε! Πώς τα λέτε!»

Έτσι, ή κάπως έτσι, γίνονταν τα πράγματα στη γειτονιά με τις πισίνες. Αθροιστικά σχηματιζόταν, από όλες τις βίλες, ένας ωκεανός χλωριωμένου νερού. Στις καλές μέρες γίνονταν αυτά. Τον καιρό που για τους ξύπνιους και τους ταλαντούχους έβρεχε ευρώ και φυσούσε δάνεια. Αλλά αυτός δεν είχε καμιά μασίνα που 'βγαζε λεφτά. Είχε πισίνα που του έτρωγε λεφτά. Έτυχε να μάθω εκείνο τον καιρό από πρώτο χέρι, από σπόντα, το κτίσιμο της βίλας –δηλαδή του «επιθετικού ονείρου» της κοινωνικής καταξίωσης και της επεκτατικής ματαιοδοξίας που πολλοί την τάιζαν με βαθιά κουτάλια από τη σούπα του γρήγορου κέρδους. «Εδώ πιο κάτω κτίζει ο Β., θα είμαστε γείτονες» μου έλεγε γνωστός που ρίζωσε σε εκείνα τα μέρη και εξακολουθεί να υπάρχει εκεί –αλλά ψάχνει να το πουλήσει το δικό του για να μην του ρουφάει το χρήμα με χοντρό καλαμάκι. Γι' αυτό και θλίβομαι περισσότερο τώρα που ακούω τον ήχο από το σφυρί του δημοπράτη για τη βίλα του πρώην αστέρα. Ο οποίος δεν μπορούσε να καταλάβει, όπως πολλοί άλλοι, ότι οι καλές εποχές περνούν σαν τα τρένα από τους σταθμούς, ώσπου να φτάσει το φλεγόμενο βαγόνι τού «Ύστερα».

Ύστερα, λοιπόν, εκτός από τις Μέλισσες του Ξανθούλη, ήρθε η κρίση• η κρίση η οικονομική κι η κρίση ηλικίας εν προκειμένω. Η τελευταία σιγά σιγά έριξε την αξία του αστέρα, αφού αυτό που έκανε και του πρόσφερε λεφτά, ήθελε γερά πόδια και ανθεκτικά πνευμόνια. Και μετά κατέφθασαν οι τράπεζες...

Κρίμα, πολύ κρίμα! Καμιά χαιρεκακία για όλα αυτά. Πίκρα για τα χωρίς θεμέλια μεγαλοπιάσματα• θλίψη για την έλλειψη προνοητικότητας• στενοχώρια για την κατάντια ενός λαού. Και του μυαλωμένου λαού που δεν έφταιγε σε τίποτα και του άμυαλου που ήθελε να ζει σε γειτονιές με πισίνες, ενώ η (όποια) παραγωγικότητά του είχε ημερομηνία λήξης –πολύ συγκεκριμένη μάλιστα και πολύ ορατή. Αρκεί να μη φορούσες αυτά τα πολύ ακριβά γυαλιά που παραμορφώνουν το μέλλον και αφήνουν να δεις το παρόν, με ελάχιστο ορίζοντα λογικής. Και σκέφτομαι –όχι με κακία, λόγω τιμής–, τι τα ήθελες παλικάρι μου τα παλάτια; Παραφράζοντας λίγο τον στίχο, «ένα παιδί της γειτονιάς που ξέρεις τι θα πει χιονιάς», ήσουν εσύ. Πόσο δυνατό μαγνήτη είχε η ματαιοδοξία που σε τράβηξε στα υψίπεδα με τον χλωριωμένο ωκεανό; 
(Τι κάθομαι και γράφω τώρα εγώ, ο Ποπολάρος...)

Διον. Βραϊμάκης

** Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ, αν βρίσκετε ενδιαφέρον το μπλογκ και θέλετε να κάνετε like.