Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

Μια «εμβρυακή μνήμη» για τον Σεπτέμβρη του Μεγάλου Χαμού

Η, ας πούμε, εμβρυακή μνήμη της θείας, που διανύει υγιής το ενενηκοστό έκτο της, μοιάζει σαν αρχαίο άγαλμα θαμμένο στα έγκατα του χρόνου, σπασμένο σε πολλά κομμάτια, ακόμα και θρυμματισμένο. Φυσικά, όσα
ακολουθούν είναι από διηγήσεις, όχι από προσωπικές παραστάσεις της θείας. Προσπαθώ να συγκολλήσω τα κομμάτια, αλλά μάλλον το κάνω άτεχνα. Λείπουν πάρα πολλά κι όσα υπάρχουν είναι φθαρμένα. Μα εγώ δεν ξέρω την τέχνη της αναστήλωσης. Όμως, όποτε επισκέπτομαι τη θεία Βούλα, συνεχίζω να σκάβω με πολλές συζητήσεις στο σκληρό κι αφυδατωμένο παρελθόν για να βγάλω σπαράγματα μνήμης. Ένα μικρό, ένα ελάχιστο κομμάτι, κατάφερα να φτιάξω με λίγες συγκολλήσεις τούτες τις μέρες, στα μέσα Σεπτέμβρη. Είναι ακριβώς η εποχή που οι πρώτοι ανέστιοι από τη Μικρά Ασία έφτασαν στον Πειραιά και μαζί τους η κυρία Πέρσα –γιαγιά την έλεγα στο μικράτα μου– με ένα παιδί στην αγκαλιά κι ένα ακόμα στην κοιλιά

Η θεία Βούλα, που γεννήθηκε το 1923, στον χαμό του '22 ήταν έμβρυο στην κοιλιά της γιαγιάς Πέρσας. Ούτε καν ήξερε η μάνα της ότι πέρα από τον γιο της, που ήταν μωρό, έπρεπε να φυγαδεύσει από τις φλόγες κι ένα ακόμα που κολυμπούσε στο αμνιακό υγρό και ζητούσε τον δικό του χώρο στη ζωή σχοινοβατώντας πάνω από την εθνική καταστροφή. Φυσικά, εμβρυακή μνήμη δεν υπάρχει· υπάρχει η θολή ανάμνηση των διηγήσεων από τους μεγάλους –χωρίς πολλά δικαιώματα για ερωτήσεις σε εκείνους τους καιρούς που τα παιδιά μεγάλωναν με σιωπές και με ακούσματα.

Ο πατέρας, Δημήτρης, από τα Γιάννενα. Ορφάνεψε νωρίς, στα πρόθυρα της εφηβείας, κι έφυγε για την Μικρά Ασία «που τότε ήταν χρυσωρυχείο». Τον κάλεσε ο θείος του, ιδιοκτήτης ξενοδοχείου στο Αϊδίνι, σε καλή θέση, κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, που ήταν μεγάλος συγκοινωνιακός κόμβος εκείνη την εποχή. Το ξενοδοχείο γέμιζε από ταξιδιώτες, εμπόρους, επιχειρηματίες, περιοδεύοντες θιάσους. Χρόνια μετά, η φωτιά έκαψε τη μισή πόλη, που, όπως άκουγε η θεία, «ήταν όλη η πλευρά των Χριστιανών». Άφησαν τη φωτιά να κατατρώει ό,τι έβρισκε «και όταν έφτασε στα τούρκικα, τότε μόνο την έσβησαν».

Ήταν ακριβώς έτσι; Ήταν υπερβολές των αφηγήσεων; Σημασία έχει ότι το χρυσοφόρο ξενοδοχείο κάηκε, ο Δημήτρης έμεινε χωρίς δουλειά κι έπρεπε να βρει κάτι για να ζήσει. Άνοιξε καφενείο κι από εκεί ποτοποιείο. Έβγαζε κυρίως κονιάκ και ούζο, καζάντισε. Άνθησε η επιχείρηση. Δεν προλάβαινε τις παραγγελίες, πήρε προσωπικό, αγόραζε ολόκληρες σοδειές καρπών, κυρίως σταφύλια, αλλά και σύκα (που αφθονούσαν στο Αϊδίνι) για να φτιάχνει ένα περίεργο ποτό χωρίς αλκοόλ, περιζήτητο από τους μουσουλμάνους. Απλωνόταν η επιχείρηση με κινητήρια δύναμη το ελληνικό δαιμόνιο. Το οποίο δαιμόνιο σκαρφίστηκε και κάτι ακόμα που μεγάλωσε τον τζίρο του ποτοποιείου: στα μπουκάλια με το δικό του κονιάκ έβαλε ετικέτα: MetaxLa! Χαϊβάνια οι πελάτες, χάπατα, δεν πρόσεχαν –κι αν το πρόσεχαν δεν έδωσαν σημασία– το λαθραίο ξενικό λάμδα που χώθηκε ανάμεσα στα έξι γράμματα της αυθεντικής φίρμας και την έκανε ψευδεπίγραφη.

Το Αϊδίνι ελευθερώθηκε το ΄19 από τον ελληνικό στρατό, ανακαταλήφθηκε από τους Τσέτες, σφαγές, καταστροφές, επιτυχημένη επάνοδος των Ελλήνων ελευθερωτών  –τέλος πάντων η επιχείρηση επιβίωσε μετά από όλα αυτά. Όμως, η καταστροφή του '22  βρήκε τον Δημήτρη σε μετέωρο επιχειρηματικό βήμα που δεν ολοκληρώθηκε και τσακίστηκε. Είχε δώσει όλα του τα λεφτά, όλο το ρευστό, για να καπαρώσει την πρώτη ύλη για τα ούζα και τα Metax-l-a της επόμενης περιόδου, εκείνης του 1922-23. Δεν είχε στην τσέπη του ούτε λίρα για να πάρει μαζί του, όταν θα μπορούσε να φύγει, ή να δώσει στη γυναίκα του που με ένα μωρό στην αγκαλιά κι ένα άλλο στην κοιλιά, κίνησε για τα καράβια. Εκείνη βρήκε τρόπο να φτάσει ως την πλωτή σωτηρία. Μέσα στο πλοίο συνάντησε μια οικογένεια γειτόνων που της πρόσφεραν την αγκαλιά τους και μοιράστηκαν μαζί της ό,τι φαγώσιμο πρόλαβαν να πάρουν για το ταξίδι.

Πίσω, στην Τουρκία, ο Δημήτρης κρυμμένος σε ένα υπόγειο μαζί με πολλούς άλλους. Περίμεναν μια ευκαιρία, ένα θαύμα, μια αποκοτιά. Η οποία ήρθε, με το αζημίωτο, στο πρόσωπο ενός Τούρκου που φόρεσε για το εγχείρημα στρατιωτικά  ρούχα. Αντιποίηση αρχής! Καμώθηκαν τους αιχμαλώτους, μπήκαν σε ζυγούς και ο Τούρκος με καμτσικιές και βρισιές –δήθεν σκληρός κι οργισμένος– τους οδήγησε στην παραλία κι από εκεί βρήκαν τον δρόμο προς τα πλοία. Μη ρωτάτε πώς· είπαμε λείπουν πολλά κομμάτια στο θαμμένο άγαλμα που ανασύρθηκε από τα βάθη της μνήμης.

Πίσω, στο Αϊδίνι και στη Σμύρνη, σφαγές, βιασμοί, φόβος και αναζήτηση δρόμων φυγής. Ένας θείος, από την πλευρά της μητέρας της, υψηλόβαθμο στέλεχος στους Σιδηροδρόμους, «είχε στη διάθεσή του ολόκληρο βαγόνι κι ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για τον σωσμό», έτσι της είπαν, έτσι θυμάται τις διηγήσεις. Ο θείος κατεβαίνει για μια στιγμή από το τρένο να δει γιατί δεν έρχεται ένας συγγενής που τον περιμένει με αγωνία· το τρένο ξεκινά, ο θείος ξεμένει στην αποβάθρα, οι Τούρκοι τον συλλαμβάνουν και σε λίγες μέρες τον οδηγούν στην κρεμάλα.

Η γιαγιά Πέρσα φτάνει στον Πειραιά, την στέλνουν σε σκηνές που είχαν στηθεί στα κατσάβραχα του Χατζηκυριακείου, όπου αργότερα φτιάχτηκαν παράγκες. Κάθε φορά που φτάνει πλοίο, κατεβαίνει στο λιμάνι και ψάχνει ανάμεσα στους επιβάτες· ρωτάει αν ξέρουν κάτι για τον Δημήτρη Λ. «από το Αϊδίνι». Το τέλος της περιπέτειας, ή η αρχή της νέας ζωής, θυμίζει τη γόνιμη φαντασία των ελληνικών ταινιών, που η ζωή κάποιες φορές την ξεπερνά: ο Δημήτρης υπάρχει ανάμεσα στους πρόσφυγες μιας καραβιάς, η οικογένεια επανενώνεται, η Παρασκευούλα γεννιέται στο Αμερικανικό Νοσοκομείο που είχε στηθεί ειδικά για τους πρόσφυγες στον Άγιο Βασίλειο, λίγο πάνω από την Πηγάδα, πιο πέρα από τη Φρεαττύδα, ένα δύο χιλιόμετρα από το κατσάβραχα της παράγκας τους στο Χατζηκυριάκειο.

Ήταν Μάρτης του '23 με το παλιό ημερολόγιο όταν γεννήθηκε, Απρίλης με το νέο. Από τότε, πέρασαν πάνω από 96 χρόνια ζωής, πάντα με «εμβρυακή μνήμη» σε λανθάνουσα κατάσταση. Ξυπνάει μόνο με τις συζητήσεις· και με τις ερωτήσεις ενός αθεράπευτου λάτρη των διηγήσεων.

Δ.Β.

** Η σελίδα του Harddog στο facebook είναι εδώ, αν βρίσκετε ενδιαφέρον το μπλογκ και θέλετε να κάνετε like.