Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

Κηπουρός στον ουρανό

Στις 11 Ιουνίου, σε τούτη τη μικρή διαδικτυακή γωνιά, έγραφα –ανυποψίαστος για το μελλούμενο–, για έναν «καλλιτέχνη της γης». Δεν ήξερα ότι εκείνο το κείμενο, γραμμένο από καρδιάς, θα γινόταν επιτύμβια στήλη στο Διαδίκτυο για τον «κύριο Χρυσόστομο», τον Χρυσόστομο Συρίγο, έναν από τους πιο παλιούς (μήπως ο πιο παλιός;) ανθοκηπουρούς της Κηφισιάς. Εκείνου του κομματιού της Κηφισιάς με τους ανθρώπους της εργατιάς –γιατί έχει ΚΑΙ τέτοιους η πόλη που είναι το βασίλειο του πράσινου και, άλλοτε, η επικράτεια των νερών με το απέραντο δίκτυο των αμπολών, των ποτιστικών ρυακιών δηλαδή. Αυτή η Κηφισιά έχει
κηπουρούς. Έχει (είχε) φρεατωρύχους (πηγαδάδες δηλαδή) που άνοιγαν βαθιά πηγάδια με τα χέρια τους: με κασμά, με μπικούνι, με τσάπα, με παραμίνα για τρύπες φουρνέλων και κάποτε, σπάνια, με ενοικιαζόμενα κομπρεσέρ όταν συναντούσαν σκληρά εδάφη. Σπουδαίοι τεχνίτες που κατέβαιναν βαθιά στη γη δέκα, είκοσι, τριάντα μέτρα, με παροχή οξυγόνου από χειροκίνητο φυσερό που βρισκόταν στην επιφάνεια, για να τρυπήσουν το στρώμα θανατηφόρας αγκούσας που συναντούσαν, ώσπου να βρουν τις φλέβες νερού που θα γέμιζαν το πηγάδι• κι ένας από αυτούς τους καταπληκτικούς τεχνίτες –ο καταπληκτικότερος όλων για εμένα– ήταν ο δικός μου πατέρας.

Ακόμα η αφανής λαϊκή Κηφισιά έχει οικοδόμους, έχει (είχε) σφαγεία, έχει (είχε) βιομηχανικούς εργάτες που δούλευαν στην –ας την πούμε έτσι– βιομηχανική ή εμπορική ζώνη της Κάτω Κηφισιάς (δηλαδή στο μαλακό υπογάστριο της πόλης), στις δύο πλευρές της εθνικής οδού, όπου κάπνιζε ακόμα και εργοστάσιο εκρηκτικών και όπου άντρες και γυναίκες «ζύμωναν» τα μπαρούτια. Τότε κατά καιρούς γέμιζαν οι γειτονιές της περιοχής από θρήνους για τον χαμό κάποιου ή κάποιων που γίνονταν θύματα εργατικών ατυχημάτων (βάλτε όσα εισαγωγικά θέλετε στο «ατυχήματα») μετά από εκρήξεις.

Ο «κύριος Χρυσόστομος» εξεμέτρησε το ζην περίπου έξι μήνες μετά τον θάνατο της γυναίκας του, της Αναστασίας, κι από τότε –όπως έγραφα πριν από δύο  μήνες– «έπεσε με μεγαλύτερη δύναμη στο δικό του φιλικό χώμα για να αντιμετωπίσει την Απώλεια. Φυτεύει, σκαλίζει, ποτίζει, σκάβει, θειαφίζει, ξεχορταριάζει, κορφολογεί για να ξεχάσει, αλλά όλην την ώρα σκοντάφτει πάνω στην Απουσία –που αρχίζει με Α, όπως η Αναστασία!»

Αν μου ζητούσαν να ξεχωρίσω δέκα ανθρώπους από όσους γνώρισε στη ζωή μου, που ήταν πολύ καλοί, πολύ δοτικοί, απίστευτα άδολοι, χωρίς κακό λόγο για τους άλλους, με υπομονή και αγαθότητα, σίγουρα ο Χρυσόστομος θα βρισκόταν όχι μόνο στη δεκάδα, αλλά στην κορυφαία τριάδα!

Ο καλλιτέχνης των λουλουδιών θα μας λείψει, όπως μας λείπουν όσοι αγαπημένοι παίρνουν τον δρόμο της Παντοτινής Απουσίας –τον δρόμο που μας περιμένει, δηλαδή. Προσωπικά, όντας βουλιμικός καταναλωτής ιστοριών, θα μου λείψουν οι αφηγήσεις του για τα παλιά και για τα νεότερα της λατρεμένης γενέτειρας, της Κηφισιάς, για τους κήπους, για τις αμπολές, για τα πηγάδια, για το Κεφαλάρι (την αφετηρία των νερών), για τα μυστικά της τέχνης του. Χαίρομαι που πρόλαβα να γράψω πέντε καλά λόγια για εκείνον στο κείμενο της 11ης Ιουνίου που κατέληγε ως εξής:

«Να είσαι καλά. Πάντα με την ίδια ενέργεια. Στον όφειλα αυτόν τον ύμνο. Κάποτε πρέπει να λέμε στους ανθρώπους όσα μπορούμε, ακόμα, να λέμε και όσα μπορούν, ακόμα, να ακούνε».

Τώρα που ο Χρυσόστομος δεν διαβάζει πια, αλλά μπορεί να ακούει, τον παρακαλώ –αν είναι όπως μας τα λένε κι εκεί που πάει υπάρχουν Εκείνοι– να μεταφέρει τον αγάπη μας σε όλους τους κοινούς αγαπημένους και γνωστούς. Φυσικά στη δική του και δική μας Αναστασία πρώτα και στον Λευτέρη ΜΑΣ ύστερα. Κι ακόμα στον μπάρμπα Γιάννη, στην Ευτυχία, στη Σταματίνα, στον Αντώνη, στον Μανώλη –σε όλους τους πολύ δικούς του και τους πολύ δικούς μας που έφυγαν από τη ζωή, αλλά ποτέ από τη σκέψη μας.

Δ.Β.

Διαβάστε εδώ το κείμενο της 11ης Ιουνίου για τον «κύριο Χρυσόστομο» και το κηπάκι του που του έδινε διέξοδο. Τίτλος του: «Παλεύοντας δημιουργικά με τα χώματα»