Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Η «πίσω αυλή» του Αυγούστου

«Δεν ξέρω και πολλούς που δεν εξανθρωπίζονται τον Αύγουστο». Το γράφει με τον αέρινο τρόπο έκφρασής του ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος στο «ας φυσά τώρα» που μόλις κυκλοφόρησε και διάβασα με αχόρταγη βουλιμία
και μεγάλη ευφροσύνη. Χαίρομαι που με τον εξαιρετικό δημοσιογράφο η αγάπη για τον Αύγουστο είναι κοινή. Για τον πιο αγαπημένο μου μήνα έγραψα, νομίζω, στο iRun πρόπερσι (κλείσαμε βλέπετε δύο χρόνια, το περιοδικό έπαψε να μπουσουλάει –στραταρίζει πια).

Έγραψα και πέρσι: «O Αύγουστος είναι o πιο αγαπημένος των δώδεκα, ο αλητάκος μήνας που ξεχύνεται στις θάλασσες, στα ταβερνάκια, στα ορθάδικα, στα μπαράκια, στην καλοκαιρινή υπερβολή, όπως και να την εννοεί κανείς (…) Ο Αύγουστος προχωράει με λυμένους τους ζυγούς – δεν είναι στον χαρακτήρα του η στοίχιση–, ξυπόλητος και τραγουδώντας τον Διονύση: ‘‘Καλοκαίρι, με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι, με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι’’».

Παλιότερα οι νέοι άνθρωποι μετρούσαν τη ζωή τους με Μάηδες: «Δέκα οκτώ Μαΐων», «Είκοσι Μαΐων», «Είκοσι δύο Μαΐων» –ώς εκεί! Έχοντας πάψει από χρόνια να είμαι νέος, στην κλεψύδρα τής δικής μου ζωής σταλάζουν Αύγουστοι, μαζί με κόκκους άμμου από τις παραλίες της Ελλάδας και τριμμένα φρύγανα των δεντροφυτεμένων δρόμων.

Ο Αύγουστος είναι ο πιο αταξικός μήνας, όμορφος και προσιτός για όλους: και για τους εύπορους με τα ταχύπλοα, τα κότερα ή τις πισίνες· και για τη φτωχολογιά που βρίσκει ευκολότερα τους δρόμους προς τη δροσιά, τη διασκέδαση, τις απολαυστικές νύχτες στα καλοκαιρινά σινεμά με το χαλίκι να τρίζει κάτω από τις σόλες, την αύρα της παραλίας στο πρόσωπο, την παγωμένη μπίρα κάτω από τον πλάτανο του χωριού.

Παλιά είναι η αγάπη μου για τον «ξυπόλητο μήνα» της ασυδοσίας. Είναι από τότε που όταν έφτανε ο Αύγουστος, η γιαγιά λάτρευε περισσότερο τον αυλή μας στη μονοκατοικία του δροσερού προαστίου που ζούσαμε και γι’ αυτό πάντα αυτόν τον μήνα ερχόταν από την πυρακτωμένη καρδιά τής πόλης να ξεκαλοκαιριάσει κοντά μας. Σήμερα, χρόνια μετά, περιφραγμένος από τοίχους διαμερίσματος (και από τα τείχη τού άστεως), δηλαδή τώρα που αντί αυλής βολεύομαι πλάι στις γλάστρες του μπαλκονιού, σκέφτομαι τη μεγάλη αξία της χαμένης μονοκατοικίας για τους περισσότερους από τους νεοέλληνες. Και τώρα, πλέον, συνειδητοποιώ πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη μου για την αυλή –κυρίως για την «πίσω αυλή», που για εμάς, τα παιδιά, ήταν τόπος ασίγαστου παιχνιδιού, παιδικών χαζοσυζητήσεων και αχαλίνωτης φαντασίας.

Μακριά από τον μπροστινό δρόμο (που είχε «μάτια» και δεν μας άρεσε η αδιακρισία του) στην πίσω αυλή κάναμε φανταστικούς πολέμους, δίναμε «αιματηρές» μάχες με ξύλινα σπαθιά από βέργες, παίζαμε φτηνά ανέξοδα παιχνίδια –από την Μπερλίνα ώς τη μακριά γαϊδούρα– και αργότερα, με το πρώτο διάφανο χνούδι τής προεφηβείας, δοκιμάζαμε τις επιδόσεις μας στα αρχικά, πολύ τρυφερά, γλαφυρά και «άσφαιρα» φλερτ.

Η πίσω αυλή τού καλοκαιριού, και του Αυγούστου ιδιαίτερα, ήταν ο Παράδεισός μας. Μαγικός χώρος, σε μαγικό μήνα, με τη γιαγιά να διαβάζει, έλεγε, στα κάτασπρα συννεφάκια εκείνου του μήνα, τα μελλούμενα του χειμώνα και να προβλέπει τι καιρό θα έχουμε τις μέρες των Χριστουγέννων! Μη με ρωτάτε αν έπεφτε μέσα·  ουδέποτε έδινα σημασία στις δοξασίες τής γιαγιάς. Γιατί δεν καταλάβαινα πότε μιλούσε για πραγματικότητες και πότε έπαιζε με τη φαντασία. Εκείνη, άλλωστε, ήταν που μας έλεγε ότι το φεγγάρι του Αυγούστου μαυρίζει τα σώματα πιο όμορφα από τον ήλιο –και εμείς τα βράδια αράζαμε με βγαλμένα φανελάκια για ώρες στην ταράτσα συζητώντας, ενώ οι μεγάλοι έτρωγαν το βραδινό τους στο φορτωμένο τραπέζι της μπροστινής αυλής, όταν πια τα «μάτια» του δρόμου είχαν γλαρώσει κι έπαυαν να είναι αδιάκριτα.

Ο Αύγουστος έχει ξεκολλήσει από τον ορίζοντα και καταφθάνει, άλλοτε τροχάζοντας κι άλλοτε τριποδίζοντας, σαν άλογο που έρχεται από μακριά: από το '18 στο '19. Το περιμένουμε με ανυπομονησία. Κι όπως λέει ο Τσαγκαρουσιάνος στο βιβλίο του, «το ελληνικό καλοκαίρι καλπάζει και τίποτα δεν μπορεί να αναχαιτίσει τον διάχυτο ηδονισμό του».

** Δημοσιεύεται στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου του free press περιοδικού iRun. Είναι η μικρή προσφορά τού  δικού μας μπλογκ, του Harddog,  σε αυτήν την πολύ ωραία ειδική έκδοση για τους φίλους των αγώνων δρόμου που τρέχουν παντού ανά την Ελλάδα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ ΣΤΟΝ HARDDOG:
Οι ξεχασμένοι ήχοι του καλοκαιριού