Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Ένα ταλαντούχο κορίτσι• μια υπέροχη ερμηνεία• μια καθυστερημένη ανακάλυψη της Δάφνης...

Χρυσός μπορεί να υπάρχει στην όχθη του ποταμού (και της ζωής) αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα τον βρούμε. Τα ταλέντα μπορεί να αφθονούν στα «εκτός κεντρικού ρεύματος» θέατρα και στα στούντιο, αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι τα ξέρουμε, έστω και αν παρακολουθούμε αρκετά –αλλά ίσως όχι
επαρκώς– θέατρο και σινεμά. Στη μετακίνηση από το σαλόνι στο δωμάτιο του γραφείου, στάθηκα όρθιος για να ρίξω μια ματιά στην ταινία που άρχιζε –αδιάφορος να την παρακολουθήσω–, πριν πάω να πελεκίσω κείμενα με το πληκτρολόγιό μου. Σε μια σκηνή με μονοπλάνο και διαρκές παράλληλο τράβελινγκ που κράτησε αρκετά λεπτά, ένα κορίτσι χόρευε με έναν περίεργο τρόπο –γεμάτο μεγάλες δρασκελιές–, και τραγουδούσε κάτι επίσης περίεργο, παραδοσιακό, αδιευκρίνιστης προέλευσης, τουλάχιστον για τις δικές μου μουσικές γνώσεις.

Άφησα το πληκτρολόγιο στην ησυχία του (άλλο που δεν ήθελε, έτσι που το παιδεύω με γράμμα, λέξεις και κείμενα) και καθηλώθηκα! Τόσο «κρυμμένο» ταλέντο –κρυμμένο τουλάχιστον για τον δικό μου ορίζοντα; Τόση κινηματογραφική δροσιά; Ένα κορίτσι-γαζέλα, με διαπεραστικό βλέμμα, λίγο αγγελικό, λίγο με σπίθα διαβολάκου, μια ηθοποιός με ταλέντο πηγαίο και δουλεμένο μαζί, μια ερμηνεύτρια που υποκρινόταν, τραγουδούσε και χόρευε, εκτόξευε το ενδιαφέρον για μια ταινία που δεν ήταν για υψηλές πτήσεις. Όμως για κάποιους λόγους δεν ήταν αδιάφορη, δεν ήταν για περιφρόνηση, όπως περίπου την ήθελαν ορισμένες κριτικές που βρήκα αναζητώντας στοιχεία για το κορίτσι.

Ήταν ένα συμπίλημα ρεμπέτικης και ανατολίτικης μουσικής, μια ταινία-οδοιπορικό στην Κωνσταντινούπολη, στη μεθόριο με την Τουρκία, σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας και σε ένα ελληνικό νησί. Μια δουλειά τού Γαλλοαλγερινού Τόνι Γκάτλιφ, με αρκετή απλοϊκότητα, με αφέλεια πολλές φορές, καταγγελτική με τρόπο το ίδιο απλοϊκό για πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις (μεταναστευτικό, χούντα, φτώχεια, αδίστακτες τράπεζες και «κλέφτες τραπεζίτες», κατασχέσεις κ.λπ.), αλλά είχε κάποια  θετικά στοιχεία. Ανάμεσά τους, η πολύ καλή φωτογραφία, οι σκηνές στις φτωχογειτονιές της Πόλης, κάποιες στη Λέσβο και στην ακριτική Ελλάδα, τα πλάνα από τα βουνά σωσιβίων που έφεραν μαζί τους δυστυχισμένα πλάσματα που διέπλευσαν το Αιγαίο, άλλες σκηνές σε έρημους σιδηροδρομικούς σταθμούς για τρένα που δεν περνούν, κι ένας υπέροχος απτάλικος χορός τού εξαιρετικού πρωταγωνιστή (Σιμόν Αμπκαριάν) με έναν ακόμα ήρωα της ταινίας.

Φυσικά, πάνω από όλα αυτά, το μέτρο του ενδιαφέροντος έδινε η ερμηνεία τής ταλαντούχου κοπελιάς. Το όνομα αυτής, Δάφνη Πατακιά! Τίτλος της ταινίας, που κατά τύχη παρακολούθησα με καθυστέρηση ενός και πλέον χρόνου χρόνου, είναι Djam (Ντζάμ) και επί το ελληνικότερο Μποέμικη Ψυχή, ελληνογαλλικής παραγωγής 2018.

Η Δάφνη Πατακιά ασφαλώς ήταν πολύ γνωστή σε αυτούς που παρακολουθούν πιο στενά (επαγγελματικά θα έλεγα) τις κινηματογραφικές εξελίξεις, αλλά άγνωστη σε μένα –φαντάζομαι και σε πάρα πολλούς ακόμα, που δεν βρίσκουν ενδιαφέρον εδώ και χρόνια στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι χρονιές που άρχισε να περνάει στον χώρο της αναγνωρισιμότητας ήταν το 2015 και το 2016 με το Ακρυλικό, μικρού μήκους του Νίκου Πάστρα, το Interruption του Γιώργου Ζώη και το «Ξύπνημα της Άνοιξης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη,

Νιώθω άσχημα που –μέσα στον ποταμό της πληροφορίας για σημαντικά και ασήμαντα που μας πνίγει όλους– την ανακάλυψα μόλις την περασμένη εβδομάδα μέσω Cosmote, οπότε έμαθα και κάτι ακόμα: ότι η Δάφνη Πατακιά έχει ανοίξει δρόμο για διεθνή καριέρα με τον Πολ Βερχόφεν! Είπαμε: οι πληροφορίες είναι καταιγιστικές και απαιτούνται αναπεπταμένες κεραίες. Να προσέχουμε περισσότερο τι διαβάζουμε, τι βλέπουμε, τι ακούμε. Για να μη χάνουμε τα άξια και καταναλώνουμε τα ανάξια.

Διον. Βραϊμάκης 

ΔΗΛΩΣΤΕ ΕΔΩ «Μου αρέσει», αν πράγματι σας αρέσει το μπλογκ του Harddog και θέλετε να βλέπετε κάποιες από τις αναρτήσεις του.