Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

«Πού πήγαν όλοι, γιατί τα αγόρασαν αφού θα έφευγαν;»

ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΝΟΥΜΕ

Οι διάφορες Ημέρες –της Γυναίκας, της Μητέρας, του Έρωτα κ.λπ.– φαίνονται περιττές για εκείνους που ξέρουν να
εκτιμούν τις αξίες καθημερινά και δεν περιμένουν τους παγκόσμιους οργανισμούς να τους τις θυμίσουν. Όμως κάτι προσφέρουν. Και τουλάχιστον ενεργοποιούν τις ευαισθησίες ή δίνουν την ευκαιρία να εκφραστούν συναισθήματα για αγαπημένους και αγαπημένες. Μέσα στα πολλά που γράφτηκαν για την Ημέρα του Πατέρα, υπήρξαν κάποια πολύ όμορφα, γλυκά και ευαίσθητα. Ένα που διαβάσαμε –ίσως το πιο τρυφερό, κομψό και συγκινητικό– ήταν εκείνο της Μαρίας Χούκλη για τον μπαμπά της που πάσχει από άνοια και συχνά αναρωτιέται «Πού πήγαν όλοι, γιατί τα αγόρασαν αφού θα έφευγαν;» Το έγραψε η δημοσιογράφος στο fb και το δημοσίευσαν το Ποντίκι και οι Zoornalistas. Από εκεί το παίρνουμε για να το δημοσιεύσουμε, έστω και με καθυστέρηση, στην ενότητα «Τα ωραία κείμενα». Γιατί είναι πραγματικά ωραίο –από εκείνα τα κείμενα που οφείλουμε να τα συστήνουμε για να τα διαβάσουν περισσότεροι. Δείτε το:

«Ο πατέρας έχει άνοια. Θυμάται μόνο τη μητέρα, τη φτώχεια των.. παιδικών του χρόνων, την οδό του σπιτιού μας,όχι τον αριθμό, ονόματα φυτών και δένδρων και να είναι ευγενής με όλους. Ξέρει ότι με γνωρίζει, αλλά πια δεν με αναγνωρίζει. Εκπλήσσεται με τον άνδρα που του συστήνεται ως γιος του. Μας κοιτάζει με ένα ντροπαλό χαμόγελο, σαν να ζητάει συγγνώμη που ξέχασε. Δεν παραπονιέται ποτέ. Απλώς κάπου κάπου τα βάζει με φανταστικούς εχθρούς. Η βιωμένη ζωή του εμφανίζεται ξαφνικά , όμως , κρατάει λίγο. Μετά πάλι σκηνοθετεί – κάθε φορά αλλιώς – τα σπαράγματα της μνήμης. Συναινώ με τις μεταβαλλόμενες βεβαιότητές του, τι νόημα έχει να τον διορθώνω; Του αρέσει πάντα ο ήλιος και το κρύο νερό. Προτιμάει τα γνώριμα φορεμένα ρούχα του, τα καινούργια τα αντιμετωπίζει όμοια με αφιλόξενο τοπίο. Απορεί με τα κλειστά διαμερίσματα. «Πού πήγαν όλοι, γιατί τα αγόρασαν αφού θα έφευγαν;» αναρωτιέται αναστατωμένος». «Η κρίση , πατέρα». Μερικά χρόνια πριν κουβεντιάζαμε γι’ αυτήν, τώρα μοιάζει να μην καταλαβαίνει. Φωτίζεται το πρόσωπό του όταν βλέπει παιδιά . Και εκείνα – γνωστά, άγνωστα – τον αγκαλιάζουν ανεπιφύλακτα. Τον κοιτάζω διαπεραστικά μήπως τον φέρω πίσω από την άγνωστη χώρα. Είναι μεγάλη η απόσταση και πια δεν γίνεται να γυρίσει. Μου λείπει ο λησμονημένος εαυτός του. Μιλήστε με τους δικούς σας όσο είναι καιρός. Μπορεί να σας τους κλέψει αυτή η καταραμένη ομίχλη του μυαλού».