Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

Παλεύοντας (δημιουργικά) με τα χώματα

ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ ΜΕ ΜΕΡΙΚΑ ΦΡΟΥΤΑ ΚΟΜΜΕΝΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ...

Μεγάλωσε παλεύοντας με τα χώματα· έζησε την οικογένειά του μαλάζοντας για δεκαετίες τη γη. Στον τόπο του –που είναι και δικός μας, με δεσμούς από τα παιδικά και τα νεανικά χρόνια– το επάγγελμά του είναι κυρίαρχο, είναι θεσμός: ανθοκηπουρός! Υπάρχει εκεί, στην Κηφισιά, μια ολόκληρη τάξη ανθοκόμων, ανθοκαλλιεργητών, ανθοπαραγωγών φυτωριούχων –ένας κόσμος,
φίλων, γειτόνων, εργατικών ανθρώπων της διπλανής πόρτας που διακονούν την τέχνη τους σε δημοτικούς ή ιδιωτικούς κήπους. Φυτεύουνποτίζουν, σκαλίζουν, φρεζάρουν, κλαδεύουν –κάποιες φορές δίνουν περίτεχνα σχήματα σε φυλλωμένα δέντρα που γίνονται έργα τέχνης –γιατί Τέχνη είναι η δουλειά τους.

Ο κύριος Χρυσόστομος (ο περί ου, δηλαδή) είχε και έχει, αμφίδρομη σχέση με τη γη: δίνει κυβικά εκατοστά ιδρώτα, πολλή αγάπη (λατρεία σας λέω), και παίρνει πίσω ομορφιά σε ποικιλία χρωμάτων, λουλουδιών, φύλλων, σχημάτων, αρωμάτων. Νεότερος είχε στην επιστασία του πέντε; επτά; δέκα κήπους; Ποτέ δεν κατάλαβα τον αριθμό, καθώς έτρεχε με το μηχανάκι από σπίτι σε σπίτι, από βίλα σε βίλα, από κηπάριο σε κηπάριο, από περιοχή σε περιοχή:

-από το Καστρί ως τα Αλώνια,
-από την Πολιτεία ως τη Νέα Κηφισιά,
-από το Μορτερό ως το Κεφαλάρι,
-από τα Πάνω Αμπέλια ως την Τατοΐου
-από την Πολιτεία ως τα όρια της Πεύκης.
Εποχούμενος θεραπευτής φυτών και δέντρων όλων των εποχών –με χιόνια και με καύσωνες.

Ο κύριος Χρυσόστομος περνώντας στη ζώνη τού Λυκόφωτος, στη ζώνη των Απομάχων τού επαγγέλματος, είχε ακόμα μέσα του πολλά κυβικά αξόδευτης ενέργειας, τεράστιες ποσότητες αδιάθετης αγάπης. Τις οποίες, για να μην τον πνίξουν, έπρεπε κάπου να τις διοχετεύσει. Όλη αυτή η δύναμη πήγε σε τριακόσια, άντε τετρακόσια τετραγωνικά μέτρα χέρσο κομμάτι γης κοντά στο σπίτι του. Φύτεψε μεράκι κι έβγαλε υποτυπώδη παραγωγή, που τη διαθέτει στην οικογένεια, στους συγγενείς, στους φίλους. Δώρο! 

Το λιλιπούτειο κτήμα έχει δέντρα, ένα από τα οποία είναι πορτοκαλιά με τέτοιο τρόπο μπολιασμένη ώστε από τη μια πλευρά του δέντρου να βγαίνουν πορτοκάλια και από την άλλη λεμόνια. Έχει ακόμα κληματαριές, λίγες ντοματιές, μερικές κολοκυθιές, κάποιες αγγουριές, μια φουντωτή φασκομηλιά, δυόσμους, άνηθα, κουκιά (τον χειμώνα) και μια σειρά φασολιές που σήμερα είναι χαμηλές αλλά ετοιμάζονται για την αναρρίχησή τους στα ύψη, φυσικά με τη βοήθεια της καλαμωτής που θα φτιάξει, όταν έρθει η ώρα, ο θεραπευτής τού μποστανιού. Στο κτηματάκι υπάρχει από παλιά και μια συκιά. Ήταν  το δέντρο του οικογενειακού... μπρέκφαστ. Πριν ξυπνήσει η κυρά του, η κυρία Αναστασία, εκείνος πήγαινε και έκοβε 5-6 σύκα. Τα καλοκαίρια ήταν το καθημερινό πρωινό τους που έπαιρναν πλάι στις γαζίες τής λαϊκής γειτονιάς της Κάτω Κηφισιάς.

Από τότε –δεν πάει καιρός– που η κυρία Αναστασία έφυγε για πρωινά σε επουράνιους κήπους και βρίσκεται στο άφιλο χώμα, ο κύριος Χρυσόστομος έπεσε με μεγαλύτερη δύναμη στο δικό του φιλικό χώμα για να αντιμετωπίσει την Απώλεια. Φυτεύει, σκαλίζει, ποτίζει, σκάβει, θειαφίζει, ξεχορταριάζει, κορφολογεί για να ξεχάσει, αλλά όλην την ώρα σκοντάφτει πάνω στην Απουσία –που αρχίζει με Α, όπως η Αναστασία! 

Ο χρόνος, λένε, επουλώνει τις πληγές. Στην περίπτωση του κυρίου Χρυσόστομου το ίδιο κάνει και το μποστανάκι του. Αλλά κι αυτό θέλει τον χρόνο του. Πολύ χρόνο. 

Ιδιαίτερα τώρα που έχει σταματήσει να παίρνει πια το πρωινό του με καρπούς κομμένους εκείνη την στιγμή από το δέντρο.

Σε χαιρόμαστε όλοι, κύριε Χρυσόστομε. Για την πηγαία ενέργειά σου• και για την απαντοχή που είναι το κηπάκι σου –και παραδίπλα τα μερακλίδικα γεράνια της αυλής σου.

Να είσαι καλά. Πάντα με την ίδια ενέργεια. Στον όφειλα αυτόν τον ύμνο. Κάποτε πρέπει να λέμε στους ανθρώπους όσα μπορούμε, ακόμα, να λέμε και όσα μπορούν, ακόμα, να ακούνε.

Δ.Β.

** Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook εφόσον σας αρέσει το μπλογκ.