Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Οι ξεχασμένοι ήχοι του καλοκαιριού

Η 1η Ιουνίου στον αιώνα του ακαταλόγιστου Τραμπ και της πληγωμένης Γης με το τρελαμένο κλίμα, είναι απλώς ένα τυπικό ημερολογιακό σύνορο εποχών. Αν ακούσατε τον Αρνιακό στα βραδινά δελτία των ημερών,
θα το έχετε επιβεβαιώσει: έρχονται βροχές και καταιγίδες, το θερμόμετρο (τρελαμένο κι αυτό) καταβαραθρώνεται από τους 30 βαθμούς και ο νέος μήνας ψάχνει να βρει την ταυτότητά του: είναι καλοκαιρινός; ανοιξιάτικος; φθινοπωρινός; χειμωνιάτικος;  Στα χρόνια που έζησαν οι γεννημένοι πριν από το 1980 –και κυρίως οι πολύ πιο πριν–, η 1η Ιουνίου ήταν αυλαία μιας παράστασης της ζωής που κρατούσε το λιγότερο τρεις μήνες. Μια παράσταση με πολύ φως, πολλές γεύσεις και πολλούς ήχους.
Το καλοκαίρι είχε τους δικούς τους, ξεχωριστούς ήχους. Ήταν οι βρόντοι από τις πόρτες που τις έκλειναν οι ξαφνικές ριπές ανέμου από τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα για «να κάνει ρεύμα» με το πιο φυσικό αιρκοντίσιον: τον αέρα.

Ήταν οι φωνές των πλανόδιων πωλητών που εκείνους τους μήνες γίνονταν περισσότεροι, με περισσότερες διαδρομές.
Ήταν ο θόρυβος του δρόμου στις συνοικίες που γινόταν πιο αισθητός στο εσωτερικό των σπιτιών από αυτήν την ανοιχτοσύνη.
Ήταν ο μακρινός απόηχος της πόλης, ο αχός της, που έμπαινε απόμακρος, αλλά πειστικός, από τα ανοιχτά παράθυρα στα διαμερίσματα.
Ήταν τα χτύπημα της μυγοσκοτώστρας πάνω στα τραπέζια, στα έπιπλα και στους τοίχους από τον συνταξιούχο γείτονα, εκείνον τον μανιακό μυγοκυνηγό που κυκλοφορούσε όλη μέρα με το φανελάκι και το φονικό πλαστικό εργαλείο στο χέρι –το κρατούσε ακόμα και όταν έβλεπε τηλεόραση.
Ήταν τα ζάρια που κυλούσαν στο τάβλι και ο διακριτικός ήχος τους έφτανε στα μπαλκόνια από τα άλλα μπαλκόνια.
Ήταν οι εξατμίσεις από τα Ζούνταπ και τις Φλορέτες (τα απόλυτα λαμπερά, ομορφοσχεδιασμένα, δίτροχα μιας άλλης εποχής) που τα καλοκαίρια ακούγονταν  περισσότερο –πάντα λόγω της ανοιχτοσύνης των σπιτιών.
Ήταν οι φωνές από την μπάλα που έπαιζαν τα παιδιά στους δρόμους.
Ήταν το τιτίβισμα των τζιτζικιών, που τότε δεν χρειαζόταν να φύγεις από την πόλη για να τα ακούσεις.
Ήταν κι εκείνος ο χαρακτηριστικός, κρουστικός, αλλά απαλός, ήχος των πιατικών που έπλενε η μαμά και τον άκουγες να φτάνει στον δρόμο γυρίζοντας από τη βραδινή έξοδο. Τότε καταλάβαινες ότι το καλοκαιρινό παρεάκι των γονιών –φίλοι, συγγενείς, γείτονες– μόλις το 'χε διαλύσει.

Το καλοκαίρι, όταν ακόμα διακρινόταν από ορατά όρια και διαχωριστικές γραμμές, είχε  όχι μόνο τους δικούς του ήχους, αλλά και τις δικές του οσμές: το τριαντάφυλλο μύριζε τριαντάφυλλο, η ντομάτα είχε γεύση ντομάτας, το βερίκοκο βερίκοκου, το κεράσι κερασιού.

Εντάξει, δεν θα συνεχίσω να βουτάω σε αυτόν τον μελωμένο πολτό νοσταλγίας που κατεβάζει το ποτάμι τού χρόνου. Είναι ενοχλητικό για τους νεότερους –προφανώς και γραφικό για τα παιδιά της οθόνης. Στο κάτω κάτω είναι ολίγον φασιστικό να τους λέμε ότι όλα τα δικά μας ήταν καλύτερα από όλα τα δικά τους, όπως φασιστικό θα είναι όταν θα λένε εκείνα στα παιδιά τους ότι τα δικά τους ήταν καλύτερα από αυτά τών παιδιών τους.

Δεν αντέχω όμως να μην κλείσω με κάτι ακόμα –κι ας με πούνε γραφικό. Εν μέρει ήταν καλύτερα τότε που εκφραζόμασταν με φιλιά κι όχι με καρδούλες τού ίντερνετ, που χαιρετιόμαστε με χειραψία κι όχι με σκιτσάκια του φέισμπουκ και που τα λέγαμε από κοντά κι όχι με βάιμπερ, με sms και με γουάτς απ.
Πάντως, όπως και να ΄χει, με παλιούς ή νέους ήχους, με ξεχασμένες ή άνοστες γεύσεις, καλό καλοκαίρι, φίλοι!

Δ.Β.

** Αν βρίσκετε ενδιαφέρον το μπλογκ του Harddog και θέλετε να εμφανίζονται στον τοίχο σας τα θέματά του ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ και κάντε like (φυσικά μόνο αν σας αρέσει.)