Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

«Δε ψηφίζω μπλιο, γιέ μου, δε καταλαβαίνω τι είναι ο καθένας»

Στα σκαλιά της μητρόπολης στην Κάλυμνο ήταν καθήμενη η θεία Μαρία και πουλούσε βοτάνια. Τα είχε σε δυο ψάθινα καλάθια εκεί και δυο χαρτόνια με χειρόγραφη επιγραφή «2ΕΥΡΟ» στο ένα και «3EYΡΟ» στο άλλο.
Ο τόπος γύρω της είχε μια βουνίσια μυρωδιά σαν θαύμα αγίου και μύριζε αλισφακιά, το καλύμνικο φλισκούνι, ρίγανη και θρίμπη, το καλύμνικο θυμάρι. Πήγαινε στο βουνό και τα μάζευε μοναχή της. Μαχήτρια, ωραίος άνθρωπος. Τυλιγμένη στο μαντήλι της, στον ίσκιο αγνάντευε και περίμενε τους τουρίστες. Δυο τρεις φορές της είχα πιάσει κουβέντα, την δεύτερη αγόρασα δυο σακούλια, το ένα μου το έκανε δώρο, αδύνατο να δεχτεί αλλιώς. Μου είπε πολλές ιστορίες για στοιχειά και στοιχειωμένους τόπους, για τα χρόνια της Κατοχής που τα θυμάται.

Τη βρήκα πάλι, κάτσαμε να κάνουμε λίγη παρέα στα σκαλοπάτια έξω από την μεγάλη και τρανή εκκλησία. Η βιοπαλαίστρια και ο άσωτος υιός. Πολλοί λέει αναρριχητές στην Κάλυμνο φέτος. Γερμανοί, Γάλλοι, Ιταλοί, δε τους καταλαβαίνω, λέει, αλλά καταλαβαίνω τους Γερμανούς γιατί θυμάμαι τη γλώσσα που βγαίνει από το λάρυγγα. Ε, θεία, της λέω, καλά που είναι οι τουρίστες και υπάρχει δουλειά. Σε κάποια στιγμή πιάνει τα γέλια έτσι στο ξεκάρφωτο. Μωρέ Γιώργη, εγώ γιάντα δεν πήα διακοπές; Πού νας πας θεία διακοπές; Να, δουλεύω, μου λέει, από εφτά χρονώ. Ο πατέρας μου δούλευε στα έργα των Ιταλώ χτίστης, εγώ πήγαινα και του φερνα φαΐ κάθε μεσημέρι. Έδειξε γύρω: να όλα αυτά ο πατέρας μου τά καμε. Οντως τα κτήρια της Ιταλικής κατοχής στην Κάλυμνο στέκουν ακόμα άθικτα και σε χρήση, όλα τα μεγάλα δημόσια κτήρια στο λιμάνι, δικαστήρια, λιμεναρχείο, δημαρχία και άλλα είναι χτισμένα με χρήμα και σχεδιασμό από τους κατακτητές φασίστες μα με εργατικά χέρια των ντόπιων.

Να, πια! Ο πατέρας μου για τους ξένους δούλευγε, εγώ πάλι για τους ξένους. Για τον τουρίστα. Εγώ γιάϊντα δε πήγα διακοπές τσζαι τούτοι έρκουνται και πάσι; Εννη δούλεψα η καψερή...στα μανταρίνια, στις αποθήκες στο σφουγγάρι, χρόνια να, δω, στο Ταπητουργείο δίπλα στου...

Τι να της πω; Η σύνταξή της δεν την φτάνει να πορευτεί, ίσα ίσα να παίρνει τα φαρμακά της και να μην πεινά. Το γύρισα στο αστείο. Θεία μου, εσύ δεν έχεις ανάγκη να πας σε ένα νησί διακοπές για να ανεβείς βουνά, εσύ μένεις σε νησί και ανεβαίνεις τα βουνά κάθε μέρα. Γέλασε και κούνησε το κεφάλι. Ε Γιώργη μου, το κοκαλά μου το ξέρουνε. Μέρα δεν έκατσα στη ζωή μου. Μίλλα, πως σου πάει ο σατανάς με βάζει τώρα τσζαι σκέφτουμε, Μαρία, ο πατέρας σου δούλευγε για το ξένο, εσύ για το ξένο πάλι στα γεράματα. Ιταλοί Γερμανοί, πάλι εδώ...Θα γίνω στα γεράματα σαν τον Τσίπρα τον επαναστάτη - σκάει στα γέλια. Σκατά επαναστάτης, θεία μου. Ε, μου λέει, καλό μπαιδί μα άτυχος, ε δε ψηφίζω μπλιο, γιέ μου, δε καταλαβαίνω τι είναι ο καθένας. Ωμι για δε, έχουσι φράγκα οι ξένοι και έρκουνται μπλιο! Της φαινόταν παράξενο που ερχόταν για δεκαπέντε μέρες, ένα μήνα διακοπές. Και πως είναι δυνατόν αυτό, δε το έβαζε ο νους της. Θεία, δεν έκατσες ποτέ πέντε μέρες να ξεκουραστείς σαν διακοπές; Γιώργη αμά κάτσω τι θα τρώαμε; Τι θέλω και ρωτώ. Με πιάνει από το χέρι, ρωτά συνωμοτικά. Τα λεφτά που τα βρίσκουσι; Εχει μαθέ καλές δουλειές έξω, για αυτό πάνε και τα Καλυμνάτσζια έξω...

Δεν ήθελα να της βάζω και άλλους σατανάδες στο κεφάλι. Τι να της πω πάλι; Πως κατοχή και τότε, κατοχή και τώρα και εμείς μια ζωή είλωτες και γκαρσόνια; Πως οι ταγοί μας πουλημένοι και ο λαός μια ζωή θεριό μα μια ζωή στο σκοτάδι; Θεία μου, έχουν λεφτά πολλά, βγάζουν λεφτά είναι ακριβή η ζωή και έξω όμως, ένα ενοίκιο στο Βερολίνο είναι και οχτακόσια, χίλια ευρώ. Το μήνα; μου λέει, Το μήνα της λέω. Μααα γιέ μου, και εγώ η κακομοίρα τους ήδινα τη θρίμπη δυο ευρώ και ηντρεπόμουνα. Που για να γεμίσω ένα σακχουλάτσζι γδέρνω τα ποδάρια μου, να, να τα χέρια μου να ξεξένω..."

Η Κάλυμνος και τα Δωδεκάνησα ελευθερώθηκαν από τους φασίστες μόλις το 1948. Σήμερα στην περιφέρεια στην Κάλυμνο πήραν έδρα ξανά οι ναζί. Θεία Μαρία καλά που δεν καταλαβαίνεις πια τι συμβαίνει. Καλά που τους μόνους Γερμανούς και Ιταλούς που βλέπεις είναι οι τουρίστες και δεν μπορείς να δεις τον φασισμό να έχει πατήσει πάλι πόδι που δεν ξέρεις από δάνεια, από πολιτική που πια δεν καταλαβαίνεις τίποτα... Είσαι μέρος από το Γεροντικό μου, στην ομήγυρη αυτών των σεβάσμιων, πονεμένων ανθρώπων που θα πορεύονται μέσα μου μέχρι να πεθάνω. Δε σε ξεχνώ και αφού μου μίλησες, μιλώ και εγώ όσα ξέρω, έχει δεν έχει πλέον σημασία...δε ξέρω καν τι σκοπό έχω που τα γράφω όλα αυτά, δε ξέρω πια πού έχω δίκιο, πού άδικο, απλά σε θυμήθηκα...

Γιώργος Τυρίκος 
(Από το fb)

** Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook εφόσον σας αρέσει το μπλογκ.