Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

Ο παππούς του Σαμψών κέρδιζε μοσχάρια παλεύοντας

Είναι ένα μικρό βιβλιαράκι χωμένο στις πίσω σειρές της βιβλιοθήκης. Φτηνή έκδοση του 1994. «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΦΛΑΟΥΝΑΣ» γράφει. Συγγραφέας ο Γιάννης Διαμαντάκης, τίτλος «"ΣΑΜΨΩΝ" ο Έλλην». Είναι ένα μείγμα από πληκτρολογημένα κείμενα και από σκαναναρισμένα, φωτογραφημένα, δημοσιεύματα παλιών εφημερίδων. Μαθαίνοντας για τον θάνατο του Γιάννη Κεσκιλίδη, του «τελευταίου πεχλιβάνη» (έτσι συνήθιζε να αποκαλεί τον εαυτό του), θυμήθηκα εκείνο το βιβλιαράκι τών μόλις 70 σελίδων. Δυσκολεύτηκα να το βρω, έτσι
μικρό και χωμένο που ήταν. Το ανακάλυψα και ξεφυλλίζοντας, βρήκα σημειωμένες με μολύβι, από την παλιά ανάγνωση προφανώς, πολλές παραγράφους. Αντιγράφω τρία αποσπάσματα:

Αφήγηση 1: «Ο παππούς κέρδιζε μοσχάρια παλεύοντας...»

«(...) Οι παλαιστές τότες άλειφαν με λάδι τα γεροδεμένα κορμιά τους και κατέβαιναν στα ριγκ ή τις πλατείες τόσο για να προσφέρουν θέαμα στον κόσμο όσο και για την τιμή και την αξία του αθλήματος. Χρηματικά έπαθλα δεν υπήρχαν τότε· οι επιτροπές σε μεγάλους αγώνες έβαζαν έπαθλο ένα καλοθρεμμένο μοσχάρι το οποίο έπαιρνε ο νικητής. Ο παππούς μου είχε κερδίσει αρκετά μοσχάρια τα οποία μετά τα πούλαγε. Ο πατέρας μου συχνά μου εξιστορούσε τα κατορθώματα του παππού μου κι εγώ όλο θαυμασμό σκεφτόμουνα όταν  μεγαλώσω να του μοιάσω σε δύναμη».

Αφήγηση 2: «Καθρέφτες στα γόνατα»

«Χαρακτηριστική και τυπωμένη μέσα μου η εικόνα του παππού μου έτσι ακριβώς που μου τη μετέφερε ο πατέρας μου. Φορούσε δέρμα κατσικίσιο, μακρύ σαν κιλότα, και στα γόνατά του είχε δυο μικρούς στρογγυλούς καθρέπτες και στον πισινό του άλλους δύο· αποδείκνυε μέχρι τα γεράματά του ότι ουδέποτε γονάτισε ή πισωκάθησε για να τους ραγίσει, αλλά έστεκε πάντα όρθιος, περήφανος, λεβέντης, Έλληνας».

Περιγραφή από εφημερίδα: «Ένα σπαθί στο στομάχι»

«(...) Ο Σαμψών ζητά έναν εθελοντή απ' το πλήθος. Τον ανεβάζει σε μια καρέκλα και την καρέκλα σε ένα τραπέζι. Του δίνει το ξίφος και του παραγγέλνει να το πετάξει από εκεί ψηλά, πάνω σε μια τάβλα που έχει τοποθετήσει στο έδαφος. Το ξύλο τινάζεται και καρφώνεται με φόρα στο ξύλο. δίνει ξανά το ξίφος στον εθελοντή και παίρνει τη θέση του ξύλου: ξαπλώνει ανάσκελα στο έδαφος. "Όταν σου πω", λέει στον εθελοντή, "άσε το ξίφος να πέσει στην κοιλιά μου" μεγαλώνει. "Αν καρφωθεί στην κοιλιά του", παρατηρεί κάποιος δίπλα μου, "θα τον τραβάνε τον άλλο για φόνο εξ αμελείας". Ο κόσμος όμως παραληρεί: "Άντε λοιπόν, πέτα του το μαχαίρι να δούμε", φωνάζουν κάποιοι και η πλατεία Κοτζιά παίρνει διαστάσεις Ρωμαϊκής αρένας. Ο Σαμψών ξαπλωμένος στη μέση της πλατείας αυτοσυγκεντρώνεται και... "τώρα!" φωνάζει. Το μαχαίρι τινάζεται με φόρα απ' τα χέρια του εθελοντή. Όμως καθώς η αιχμή του αγγίζει τη γυμνή κοιλιά του Σαμψών, η πορεία του εκτρέπεται με μια δυνατή σύσπαση των κοιλιακών μυών»
Ύστερα ο Σαμψών
(...) Ο κύκλος των θεατών σφίγγει. Ο ενθουσιασμός