Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

Εθιμικές σφαγές ζώων σε έργα της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου

ΔΥΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕ ΔΥΝΑΤΕΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ

Αυτές οι μέρες είναι μέρες σφαγής. Τεράστιοι πληθυσμοί αμνών και εριφίων περνούν από το μαχαίρι. Το έθιμο παλιό και ακατάλυτο. Τούτο το κομμάτι δεν γράφτηκε για να δημιουργήσει ενοχές πάνω από το πασχαλινό τραπέζι. Ούτε για να συνταχθεί στα χορτοφαγικά συλλαλητήρια –καμιά τέτοια πρόθεση. Οι περισσότεροι θα φάμε ή θα τσιμπολογήσουμε κρεατάκι. Απλώς, σκέφτηκα ότι αξίζει μια αναφορά σε αυτά τα πλάσματα που ευφραίνουν γαστριμαργικά τη ζωή μας μέσα από τον
πόνο τους. Και μαζί σκέφτηκα ότι στην λογοτεχνία υπάρχουν πολύ ζωντανές περιγραφές σφαγής ζώων. Θυμάμαι την ενηλικίωση του Ησύχιου (που ονομαζόταν και Θεαγένης, αν δεν κάνω λάθος) στο αξεπέραστο, εξαίσιο και γοητευτικό «Και με το φως του λύκου επανέρχονται», της Ζυράννας Ζατέλη. Περιγράφει ένα άγριο έθιμο της ενηλικίωσης που σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής έπρεπε να συνδυαστεί με τη σφαγή ενός αρνιού κατσικιού δεν θυμάμαι) από το ίδιο το παιδί σε τελετή που απαιτούσε να ήταν ντυμένο με τα καλά του, δημόσια, παρουσία κόσμου που κι αυτός ήταν καλοντυμένος, περιποιημένος, σαν να πήγαινε σε γιορτή. Δράμα! Ο Ησύχιος (ή Θεαγένης) δεν μπορούσε να το κάνει. Παιδεύτηκε και αυτός και το ζωντανό, ώσπου ανέλαβε «έργο» ένας ενήλικος. Μακρινή ανάμνηση εκείνη η ανάγνωση, μπορεί να κάνω και κάποια λάθη.

Ο παρακρατικός του Σκαμπαρδώνη

Λιγότερο μακρινή στη μνήμη μου –πολύ λιγότερο– είναι μια σχετική σκηνή που περιγράφει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου». Είναι η σφαγή ζώου (ή οι κατ’ επάγγελμα σφαγές) από έναν τύπο της παρακρατικής ομάδας που έδρασε κατά την υποδοχή του Ντε Γκολ στη Θεσσαλονίκη κι αργότερα στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ένας μάγειρας με καταπληκτική πένα

Όμως, πιο πρόσφατη και ζωντανή έχω την περιγραφή σφαγής από τον διάσημο σεφ Άντονι Μπουρντέν (αυτόχειρας στο Παρίσι το περασμένο καλοκαίρι) στο βιβλίο του «Η περιπλάνηση ενός μάγειρα» που έπεσε πολύ αργά στα χέρια μου, σχεδόν τυχαία, περίπου 15 χρόνια αφότου εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Νάρκισσος. Εξαιρετικό αφήγημα, εξαιρετική γραφή, πλήθος στοιχείων. Μην πάει το μυαλό σας σε συνταγές, κουζίνες, όμορφα πιάτα και άλλα συναφή. Υπάρχουν κι αυτά, αλλά δεν κυριαρχούν.

Όταν, λοιπόν, ήταν στο Μαρόκο ο Μπουρντέν, χρειαζόταν επειγόντως ένα ολόκληρο σφαγμένο αρνί για τις ανάγκες του γυρίσματος, αλλά ο τόπος ήταν φτωχός, η αγορά δεν λειτουργούσε κάθε μέρα. Μπορούσε να βρει μόνο κομμάτια κρέατος, όχι όλο το σώμα του ζώου, Ο σεφ εκνευρίστηκε, φώναξε, απαίτησε. «Πες τους ότι πληρώνω! Θέλω ένα ολόκληρο αρνί, γαμώ το μου. Μπούτια, σώμα, λαιμό κι αρχίδια. Ολόκληρο, πώς το λένε!» Η κινητοποίηση οδήγησε σε έναν χασάπη-σφαγέα, που μετά από οικονομικές διαπραγματεύσεις θα του έλυνε το πρόβλημα.

Μια άλλη περιγραφή –πολύ πρόσφατη αυτή – που μας ήρθε στο νου, είναι εκείνη στην εισαγωγή του θεατρικού «Άγριος Σπόρος» που θαυμάσαμε και φέτος τον χειμώνα (σε μια από τις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων). Αυτή η σφαγή αφορούσε γουρούνι, αλλά μικρή σημασία έχει το είδος του σφάγιου.

Πιο κάτω ακολουθούν απόσπασμα από τα δυο έργα –το λογοτεχνικό και το θεατρικό:

Σφάζοντας ένα αρνί στο Μαρόκο (Άντονι Μπουρντέν, μετάφραση Άννα Παπασταύρου)

«Φτάσαμε σ’ ένα χαμηλοτάβανο παχνί και μας περιτριγύρισαν πρόβατα ανήσυχα και αναμαλλιασμένα. Η ομάδα μας είχε συρρικνωθεί σε τέσσερα άτομα και το συνεργείο της τηλεόρασης. Ο χασάπης, ένας βοηθός, ο Αμπντούλ κι εγώ στριμωχτήκαμε σ' ένα μικροσκοπικό κτίσμα από λάσπη και άχυρα, ενώ τα πρόβατα μας έσπρωχναν στην προσπάθειά τους να περάσουν απαρατήρητα. Γράπωσαν ένα ιδιαίτερα καλοταϊσμένο ζωντανό από το σβέρκο. Ο Αμπντούλ το τσίμπησε στο μερί και στα πλευρά ένας νέος κύκλος συζητήσεων και διαπραγματεύσεων άρχισε. Τελικά, επήλθε συμφωνία και το δύστυχο ζωντανό σύρθηκε, παρά τις διαμαρτυρίες του, έξω στον ηλιόλουστο δρόμο. Ένας άλλος άντρας μάς περίμενε μ’ έναν κουβά νερό και μια καλούμπα σχοινί. Κοίταζα ζαλισμένος να στρέφουν το επίδοξο θύμα προς τη Μέκκα. Ο άντρας με το μαχαίρι έσκυψε πάνω του και χωρίς τσιριμόνιες έκοψε στα γρήγορα το λαρύγγι του αρνιού.
» Ήταν μια τέλεια, γρήγορη και αποτελεσματική κίνηση. Αν, για κάποιον από πολλούς αποχρώντες λόγους, ήμουν εγώ καταδικασμένος να θανατωθώ με τον ίδιο τρόπο, σίγουρα δε θα μπορούσα να βρω πιο άξιο εκτελεστή. Το ζώο έπεσε στο ένα πλευρό, ενώ το αίμα του κελάρυσε στο δρομάκι. Δεν ακούστηκαν κραυγές πόνου. Έβλεπα κιόλας την τραχεία τού ζώου ορθάνοιχτητο κεφάλι φαινόταν σχεδόν αποκολλημένο από το σώμα. Ωστόσο εξακολουθούσε να ανασαίνει, να συστρέφεται. Όση ώρα ο εκτελεστής φλυαρούσε με τους βοηθούς του, κρατούσε το θύμα του κάτω, με το ένα πόδι στο κεφάλι του ζώου».

Η σφαγή του γουρουνιού σε θεατρική σκηνή (Γιάννης Τσίρος, Επί Κολωνώ)

Στον «Άγριο Σπόρο» του Γιάννη Τσίρου (στο θέατρο Επί Κολωνώ) ο Σταύρος είναι ο ιδιοκτήτης παράτυπης καντίνας που λειτουργεί χωρίς; άδεια σε μια ελληνική παραλία που δεν προσδιορίζεται. Λίγο λαμόγιο, λίγο βιοπαλαιστής, λίγο ψυλλιασμένος από το τι γίνεται με την Ελλάδα και τους ξένους φίλους της.
Πέρα από την καντίνα εκτρέφει ο ίδιος τα χοιρινά που τα προορίζει για τα σουβλάκια της καντίνας, με κύρια πελατεία τουρίστες. (Για τις πολύ καλές εντυπώσεις που μας άφησε η παράσταση γράψαμε εδώ). Στην έναρξη του έργου ο Στάθης Σταμουλακάτος (φωτό) που είχε τον ρόλο του Σταύρου εναλλακτικά με τον Τάκη Σπυριδάκη, κάνει μια εντυπωσιακή εισαγωγή με τον μονόλογο που ακολουθεί. Είναι ένα κομμάτι θεατρικής ζωντάνιας μέσα από μιαν εξαιρετική λιτότητα λόγου:

«Τροχίζω πρώτα το μαχαίρι. Τ’ αφήνω σε κρύο νερό να σφίξει το ατσάλι. Φοράω τις γαλότσες για τα αίματα και δένω μπροστά μου κι ένα νάιλον. Κρύβω πίσω μου το μαχαίρι και χώνω στη γαλότσα το βαρύ σφυρί. Ξεκόβω το γουρούνι και το πάω σε μια ακρούλα, μακριά από τ' άλλα. Του ρίχνω εκεί κάτι να φάει, κάτι καλό να το αρέσει και να  ξεχαστεί. Λίγα ξερά σύκα και δυο χούφτες καλαμπόκι. Καθώς εκείνο τρώει του θηλυκώνω τα πισινά ποδάρια. Περνάω μετά το ένα πόδι μου από πάνω του και στέκομαι έτσι. Σαν πύργος του Άιφελ με το γουρούνι μπροστά μου. Εκείνο κάτω χλαπακιάζει κι ούτε παίρνει χαμπάρι. Βγάζω απ' τη γαλότσα το σφυρί και το ξύνω και λίγο στη ράχη, να χαλαρώσει. Μετά σηκώνω με τα δύο χέρια μου το σφυρί ψηλά, να πάρει φόρα. Το ζυγιάζω ανάμεσα στα αυτιά του... και το κατεβάζω με δύναμη. Σωριάζεται κάτω σκούζοντας, πετάω τότε το σφυρί και βγάζω το μαχαίρι. Πέφτω πάνω του μ’ όλο το βάρος μου και του κάνω ποδοκλείδωμα, δένω γερά τα πόδια μου πίσω στην κοιλιά για να μποδίσω τα δικά του, του χώνω το μαχαίρι από την τραχεία λοξά στο στέρνο, του καρφώνω την καρδιά και το τραβάω μια κι έξω. Τότε τα σκουξίματα σταματάνε. Χτυπιέται μια δυο φορές και χαλαρώνει. Του κόβω και την καρωτίδα και ξεματώνεται. Τότε μόνο τ’ αφήνω».

Αυτά... Καλό Πάσχα
Δ.Β.

** Αν βρίσκετε ενδιαφέρον το μπλογκ και θέλετε να εμφανίζονται στον τοίχο σας λίγα από τα θέματά του ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ και κάντε like (φυσικά μόνο αν σας αρέσει.)