Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

Ο Β. Σαμπράκος, ο (καλός) ταξιτζής κι ένα ατύχημα για την... Αθλητική Ηχώ

«Δεν ξέρω πώς θα ξανακοιμηθεί αυτός ο τύπος. Δεν μπορεί όμως η δική του συμπεριφορά να χαρακτηρίζει τους δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που κάνουν αυτή τη δουλειά. Δεν είναι επάγγελμα η ανθρωπιά». Αυτά γράφει ο Βασίλης Σαμπράκος σε άρθρο του στο gazzetta.gr για τον ταξιτζή που πέταξε έξω από το αυτοκίνητό του τη θανάσιμα τραυματισμένη γυναίκα στην οικογενειακή τραγωδία τού
Ελληνικού. Ο Βασίλης υπερασπίζεται τον κλάδο των ταξιτζήδων μπροστά στη γενίκευση, όπως θα υπερασπιζόταν και τον δημοσιογραφικό κλάδο από αντίστοιχη γενίκευση που έχει οδηγήσει στο «αλήτες ρουφιάνοι» εξαιτίας κάποιων σφετεριστών του επαγγέλματος.
Με αφορμή το θλιβερό περιστατικό και για να πείσει ότι δεν είναι όλοι οι επαγγελματίες ίδιοι, περιγράφει ένα τροχαίο που του συνέβη στα δημοσιογραφικά του νιάτα, στο πλαίσιο ενός ρεπορτάζ, όταν ήταν συνεργάτης στην Αθλητική Ηχώ από την οποία άρχισε την καριέρα του και το ρεπορτάζ τής ΑΕΚ. Στο περιστατικό «εμπλέκεται» και ο Γιάννης Μπίλιος, ρεπόρτερ της ΑΕΚ τότε, επίσης στην ιστορική Ηχώ.

Πίσω στο μακρινό 1993, μαθητευόμενος τότε στην “Αθλητική Ηχω”, κάλυπτα το ρεπορτάζ της ΑΕΚ. Το βράδυ της τελευταίας ημέρας των μεταγραφών του καλοκαιριού, μας έφτασε η πληροφορία ότι η ΑΕΚ επρόκειτο να πραγματοποιήσει μια μεταγραφή. Σε εκείνη την εποχή, την προηγούμενη της ψηφιακής, πριν την κινητή τηλεφωνία, δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να καβαλήσουμε το “παπάκι” μου με τον Γιάννη Μπίλιο και να “πεταχτούμε” από την Κωνσταντινουπόλεως στην Γ' Σεπτεμβρίου 144, στο κτήριο των γραφείων της ΠΑΕ ΑΕΚ, με τη βεβαιότητα ότι μια μεταγραφή δεν θα ολοκληρωνόταν οπουδήποτε αλλού. Φύγαμε “σαν τρελοί” διότι πλησιάζαμε προς το πέρας της έκδοσης, δηλαδή το κλείσιμο του φύλλου της εφημερίδας, και λειτουργούσαμε με τη συνείδηση ότι μας απέμενε ελάχιστος χρόνος για να βεβαιωθούμε ότι κάνει ή δεν κάνει η ΑΕΚ μια μεταγραφή. Ενας οδηγός αυτοκινήτου όμως είχε άλλη ιδέα για την κατάληξη της αποστολής μας. Στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Ηπείρου αποφάσισε, πάνω στο φανάρι, να στρίψει δεξιά, κι ενώ βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα της Ηπείρου. Μας χτύπησε στο πλάι, και μας άλλαξε την πορεία: πεζοδρόμιο, με εκτίναξη πάνω από το μηχανάκι. Οταν σηκώθηκα είδα τον Γιάννη να με κοιτάζει και να ασπρίζει. Η μπλούζα μου, που ήταν θαλασσί, είχε γίνει κόκκινη. Οπως και το κεφάλι μου. Ο οδηγός με είδε, πάτησε γκάζι και χάθηκε. Κι εμείς μείναμε στη μέση του δρόμου με τα αίματα και τη σύγχυση που αυτά δημιουργούν σε δύο 20αρηδες. Ηταν η πρώτη φορά που έπεφτα με το μηχανάκι. Και η πρώτη φορά που νόμιζα ότι πεθαίνω. Δεν θυμάμαι καν τις λεπτομέρειες, ούτε την όψη του. Θυμάμαι όμως τόσο καλά, σαν να μου έχει μόλις συμβεί, να περιγράψω την ανθρωπιά του. Ενας οδηγός ταξί σταμάτησε. “Μπείτε μέσα, θα σας πάω στον σταθμό “Πρώτων Βοηθειών””. Ενας άνθρωπος άνω των 50 ετών, που βρήκε νόημα να σταματήσει για να βοηθήσει ένα 20χρονο παιδί γεμάτο στα αίματα, με ανοιγμένο κεφάλι. Σε μια εποχή που κυριαρχούσε η “μπορεί να μπλέξεις αν σταματήσεις να βοηθήσεις τραυματία και σου μείνει στα χέρια” αντίληψη, σε έναν καιρό που ήταν παραπάνω από συχνά τα θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα με μηχανές. Ενας άνθρωπος που όχι απλώς δεν τα 'χασε από την ταραχή που προκαλεί η θέα κάποιου που έχει χτυπήσει στο κεφάλι και είναι γεμάτος με αίματα αλλά είχε την ψυχραιμία να με καθησυχάζει στην σύντομη διαδρομή και τη νηφαλιότητα να σκεφτεί ποιο είναι το πλησιέστερο σημείο βοήθειας για να με μεταφέρει.

Περίπου δύο ώρες αργότερα, όταν βγήκα από το χειρουργείο του “Ερυθρού Σταυρού” με τα ράμματα σε ένα απλό θλαστικό τραύμα στο κεφάλι, το οποίο ευθυνόταν για το αίμα που είχε γεμίσει τα μαλλιά και την μπλούζα μου, προσπαθούσα να φέρω μάταια στη μνήμη μου τον αριθμό κυκλοφορίας του τύπου που με χτύπησε και με παράτησε. Το τέλος της βραδιάς όμως με βρήκε να τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν συγκράτησα τον αριθμό κυκλοφορίας του ανθρώπου που σταμάτησε να με βοηθήσει, για να του πω ευχαριστώ. Ενός ανθρώπου που δεν τρόμαξε με την ευθύνη που έπαιρνε βάζοντας στο αυτοκίνητό του έναν άγνωστο τραυματία. Ενός ανθρώπου που του έτυχα νυχτιάτικα στον δρόμο του, να τον βγάλω από τη βολή και τη ρουτίνα του, και με αποχαιρέτισε με χαμόγελο όταν με άφηνε στον σταθμό Πρώτων Βοηθειών στην Γ' Σεπτεμβρίου. Ενός Ανθρώπου.

** Ολόκληρο το άρθρο του Βασίλη Σαμπράκου θα το βρείτε εδώ.

@ Η σελίδα του Harddog στο facebook, για όσους αρέσει το μπλογκ, ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ